ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΓΓΙΞΑ ΤΗ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ
Παίρνει τηλέφωνο: "Τελειώνεις κανένα γραφτό;"
"Όχι", λέω.
"Τί κάνεις;".
"Τίποτα".
"Έχεις κόσμο;".
"Μόνο τη γάτα".
"Και δεν έχεις τελειώσει κανένα γραφτό;".
"Όχι".
"Είσαι καλά;".
"Ντάξει είμαι".
"Πώς και δεν πήρες τηλέφωνο;".
"Πήρα".
"Ήταν νωρίς"(Παύση).
"Και δεν τελειώνεις κανένα γραφτό;".
"Όχι".
Το γράψιμο δεν είναι δουλειά της πλάκας.
Έχω κάνει ένα κάρο δουλειές της πλάκας.
Αν το γράψιμο άρχιζε να σκαρτεύει,
θα έψαχνα γι' άλλη δουλειά.
Το ξέρω: θέλει το καλό μου.
Το ίδιο κι εγώ.
***
ΒΡΟΧΗ
Μια συμφωνική ορχήστρα.
Πιάνει βροχή.
Παίζουν μια εισαγωγή του Βάγκνερ.
Ο κόσμος παρατά τα καθίσματα κάτω απ' τα δέντρα
και τρέχει το υπόστεγο.
Οι γυναίκες τσιρίζουν, οι άντρες κρατούν την ψυχραιμία τους,
τα μουσκεμένα τσιγάρα πετιούνται.
Ο Βάγκνερ συνεχίζεται κι όλοι είναι κάτω απ' το υπόστεγο.
Ακόμη και τα πουλιά αφήνουν τα δέντρα
κι έρχονται από κάτω.
Ακολουθεί η ραψωδία Νο 2 του Λιστ
και βρέχει ακόμη.
Μα, κοιτάξτε!
Ένας άντρας κάθεται μονάχος στη βροχή
ακούγοντας προσεκτικά.
Το κοινό τον προσέχει. Γυρίζουν και κοιτάνε.
Η ορχήστρα κοιτάζει τη δουλειά της.
Ο άντρας κάθεται μέσα στη νύχτα, στη βροχή,
ακούγοντας προσεκτικά.
Κάτι δεν πάει καλά μ' αυτόν!
Έτσι δεν είναι;
Ήρθε για ν' ακούσει μουσική.
***
ΑΡΙΕΛ
Θεέ μου! Θεέ μου μεγαλοδύναμε!
Θα τελειώσουμε, λοιπόν,
στην άκρη ενός σκοινιού,
σ' ένα βρόμικο μπάνιο,
μακριά απ' το Παρίσι,
μακριά από τα στοργικά πόδια των γυνακών!
Τα πόδια μας κρεμάμενα
πάνω απ' την προστυχιά
του φθαρμένου δαπέδου,
το τηλέφωνο να χτυπά,
τα γράμματα ακόμη κλειστά,
τα σκυλιά να κατουράν' στο δρόμο...
Άλλοι δυνατότεροι από' μένα
δεν κατάφεραν να τα βρουν
με τη ζωή.
Ίσως έπρεπε να δείτε τον αδελφό μου τον Μάρτυ:
ύπουλος, βρόμικος, αξιολάτρευτος.
Μια χαρά
τα πηγαίνει!
***
ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ
Το μέρος ήταν κατάμεστο.
"Τσάρλυ, πάνω έχει μερικές καρέκλες.
Τράβα να φέρεις καμιά",
μου είπε ο εκδότης.
Πήγα και τις κουβάλησα, ανοίξαμε τις μπύρες
κι ο εκδότης είπε:
"Δε γίνονται ζυμώσεις,
θα την κάτσουμε τη βάρκα".
Έτσι, άρχισαν να μιλάνε για ζυμώσεις.
Εώ συνέχισα να πίνω μπύρα
και πήγα για κατούρημα.
Όταν γύρισα η κοπέλα δίπλα μου, είπε:
"Πρέπει να αδειάσουμε τν πόλη'
αυτό πρέπει να γίνει!".
"Προτιμώ ν' ακούσω Χάυδν", είπα.
"Μονάχα σκεφθείτε το", είπε αυτή.
"αν έφευγαν όλοι από την πόλη!".
"Απλώς θα έβρισκαν άλλο μέρος
να μαγαρίσουν", είπα.
"Δε νομίζω πως σου πολυαρέσουν οι άνθρωποι", είπε, κατεβάζοντας όσο μπορούσε την κοντή της φούστα.
"Μόνο αυτοί που θέλουν να γαμηθούν", είπα
Ύτσερα πήγα στο διπλανό μπαρ
και έφερα μια δωδεκάδα μπύρες.
Όταν μπήκα μιλούσαν για Επανάσταση.
Έτσι ξαναγύρισα στα 1935,
ο μόνος μεγάλος εκεί μέσα ήμουν εγώ - 20 χρόνια,
το λιγότερο, πιο γέρος απ 'ολους
και έψαχνα να βρω, τι στο διάβολο ήθελα μαζί τους.
Σε λίγο η συνάντηση τελείωσε
και βγήκαν, όλοι τους: νέοι, στη νύχτα.
Σήκωσα το τηλέφωνο, πήρα τον Τζαων Τ.
"Είσαι 'ντάξει Τζων; Δεν είμαι σόι απόψε!
Έλεγα να περάσω για κάνα ποτό".
Βέβαια, Τσάρλυ, θα σε περιμένω".
"Τσάρλυ", είπε ο εκδότης, "νομίζω πως
οι καρέκλες πρέπει να ξαναπάνε
πάνω!"
Τις κουβάλησα.
Η επανάσταση
τέλειωσε.
CHARLES BUKOWSKI