[..] Όμως η γυναίκα δεν μπορεί να ζήσει για πολύ με μια συνείδηση δυστυχισμένη. Έχει ανάγκη να νιώθει
εν ειρήνη με τον κόσμο, όπως και με τον εαυτό της. Αυτό είναι από τη φύση της: είναι, ουσιαστικά, ένα ον θετικό, ένα ον παραδοχής, και όχι άρνησης. Αφού παραβιασθεί η απαγόρευση - ηθική, κοινωνική ή θρησκευτική - τείνει
να συνηθίσει το "Κακό", και ξαναβρίσκει, σιγά σιγά, τον ενστικτώδη αυθορμητισμό της, το ναι στη φύση και τη ζωή. Πράγμα που για τον Μπωντλαίρ, είναι βαθύτατα ανήθικο, αφού η "
συνείδηση μέσα στο Κακό" είναι η μόνη αξιοπρεπής στάση. Ακόμα χειρότερα: η γυναίκα αξιώνει να αναμιγνύει, μέχρι συγχύσεως, τη σεξουαλικότητα με το συναίσθημα, να καθαγιάζει την πρώτη με το δεύτερο, και να βρίσκει την ευτυχία της μέσα στην ιερόσυλη αυτή, κατά τον Μπωντλαίρ, σύγχυση.
[..] Αν ο Μπωντλαίρ βλέπει στη γυναίκα - τη σεξουαλικοποιημένη γυναίκα - την πιο ολέθρια ενσάρκωση του Σατανά, είναι ακριβώς γιατί την κρίνει ανίκανη να συμμετάσχει στις ιδέες του και τις πνευματικές του απολαύσεις. Μπορεί, ασφαλώς, να τον ακολουθεί στις "πτώσεις" του, να γίνεται συνένοχη της "απωλειάς" του. Όμως, παραμένει στο βάθος της αβύσσου, στην πιο πηχτή κτηνωδία, όταν αυτός ξεφεύγει για να αναδυθεί ξανά προς τα ύψη της διαυγούς συνείδησης. Πνευματικά, αυτή τον αφήνει
μόνο. Η περιφρόνησή του προς τη γυναίκα είναι λοιπόν ζυμωμένη, κατά μέγα μέρος, με μνησικακία. Κατά βάθος, πνέει μένεα επειδή εκείνη δεν μπορεί να είναι επίσης και η
αδελφή, το
"δίδυμο κάτοπτο" που θα τον ακολουθούσε, διπλασιάζοντάς τον σε κάθε περίσταση, μέσα στο οποίο θα μπορούσε να
δει τον εαυτό του ωραίο.
Ο Μπωντλαίρ και η γυναίκα -
Luc Decaunes