Αχ θέλω να μπορέσω να τελειώσουν όλα αυτά, να γίνω κι εγω ξανά καλά να μπορώ να βγω και να χαρώ τη ζωή χωρίς φόβο.
Πόσο μου έχει λείψει η φύση. Ονειρευομαι να διαβαζω τα βιβλία μου, σε ενα μικρό σπιτι με μπαλκόνι και το γατίμπο μου να παίζει στα ξυλινα πατωματα με μπαλιτσες απο χαρτι κουζίνας που τόσο αγαπάει.
Δε θέλω όλες αυτες τις ανοησίες που λεω κατα καιρούς, τουλάχιστον δεν με κινητοποιούν πρώτιστα οι ανοησίες. Σε τρίτο τέταρτο και δεκατο βαθμό ίσως. Και αν. (καλα οχι αν, έφηβος ειμαι στα μυαλά, ζω για την ανοησία, την αθυροστομία, την αντίρρηση).
Αλλά, η φύση. Δε θέλω πολλούς ανθρωπους. Λιγοι και καλοί.
Αυτο το πράγμα που αποκοπτόμαστε απο τη φυση και ζουμε μέσα σε τσιμεντουπόλεις βόθρους, χωρίς καμία συμπόνια, ανθρωπιά, επικοινωνία, συλλογική αντίληψη, ο καθένας για το άτομό του, σε μια τρεχάλα για το καλογυαλισμένο τίποτα μιας ατέλειωτης προσδοκίας, όχι, όχι, αυτό μας έχει κάνει κτήνη, αυτό μας έχει τρελάνει.
Όταν αρχίζεις και το χάνεις, είναι το σινιάλο της εξόδου απο τα τσιμέντα. Η φύση γιατρεύει. Στη φυση βρισκεις ότι έχεις χάσει.
Αυτό θέλω παρακαλώ. Μέχρι του χρόνου να το χω κάνει, μόνιμα και οριστικά.