Έφαγα κι εγώ πολλή ώρα για να διαβάσω αυτό το θέμα.
Η πρώτη μου εντύπωση, ήταν πως θα εξελισσόταν σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Πράγματι, ο "Ουτιδανός Αρνητικοψηφιστής"


(στην περίπτωσή μας η Μισέλ) είχε κάθε καλή διάθεση να εξηγήσει, η άμεσα ενδιαφερόμενη κάθε καλή διάθεση να απαντήσει, ίσως λίγο έντονα, όμως πάντα εντός των ορίων, βρέθηκαν κι άλλοι να παρέμβουν, η συζήτηση κυλούσε μάλλον ευχάριστα. Έντονα, αλλά σε πολιτισμένα επίπεδα.
Μέχρις ενός σημείου, εγώ προσωπικά είχα βγάλει τα απαραίτητα συμπεράσματα, τόσο για το αν ήταν βάσιμη η αρνητική της Μισέλ, όσο και για τις εύλογες ή μη ενστάσεις των υπόλοιπων.
Μετά, η συζήτηση ξεχείλωσε, κατάντησε βαρετή και περιστράφηκε επί προσωπικού, αφήνοντας μια βαριά θα έλεγα ατμόσφαιρα γύρω της.
Διαφωνώ με την άποψη που λέει ότι θα πρέπει αυτός που ψήφισε αρνητικά να απαντά με ένα ποστ και τέλος. Από τη στιγμή που κάποιος εκθέτει τη γνώμη του δημόσια, αυτή υπόκειται σε κριτική. Το ίδιο ακριβώς θα γινόταν εάν, εντός του θέματος όπου έπεσε η αρνητική, ο "Ουτιδανός Αρνητικοψηφιστής" είχε προτιμήσει εξ αρχής, αντί για μια αρνητική ψήφο να εκθέσει τη διαφωνία του.
Σε αυτό δεν βρίσκω τίποτε το μεμπτό. Θα μπορούσε μάλιστα, υπό προϋποθέσεις, να είναι και εποικοδομητική μια τέτοια συζήτηση. Οι προϋποθέσεις ωστόσο καταπατήθηκαν. Η συνέχεια της συζήτησης απέδειξε στην πράξη, ότι οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν στο θέμα όπου αρχικά προτάθηκε το άνοιγμα του παρόντος θέματος (ξέρετε, το κλειδωμένο εννοώ), ήταν πέρα ως πέρα βάσιμες και πως δεν επρόκειτο για κινδυνολογίες.
Ως ένα πρώτο συμπέρασμα, θα έλεγα ότι βγαίνει πως
Πρέπει να μάθουμε πού να σταματάμε μια συζήτηση.
Μια τίμια αξιολόγηση, θα πρέπει να περιλαμβάνει περισσότερες από μία προσπάθειες, έτσι ώστε να μπορούν να βγουν ασφαλή συμπεράσματα. Αν λοιπόν το αποτέλεσμα της παρούσας συζήτησης καταφέρει να μας κάνει σοφότερους, θα φροντίσουμε την επόμενη φορά να τηρήσουμε από μόνοι μας τα όρια της συζήτησης, όχι μόνο ως προς τον τόνο, αλλά και ως προς την έκταση. Μπορεί έτσι να καταφέρουμε να βγάλουμε ένα καλό μέσα από αυτό το θέμα. Το να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε τις διαφωνίες μας με πιο ανοιχτό πνεύμα και να μπορούμε να σταθούμε ήρεμοι μπροστά στην αποδοκιμασία, ακόμη κι αν κρίνουμε πως είχε συναισθηματικά κίνητρα. Δεν μας ενδιαφέρει άραγε το πώς απηχούν τα γραπτά μας στο συναίσθημα των συνομιλητών μας; Αν κατανοήσουμε τα συναισθηματικά κριτήρια του απέναντί μας και την επόμενη φορά του απευθυνθούμε με διαφορετικό τρόπο, τότε μπορεί αυτός να μας εκπλήξει ευχάριστα.
Ίσως τελικά αυτή η διαδικασία οδηγήσει στην άρση των αντικειμενικών δυσχερειών, οι οποίες καθιστούν ακόμη αναγκαία τη μη φανέρωση των αρνητικών ψήφων. Ίσως, αν συμβεί αυτό, το σύστημα της ψηφοφορίας αλλά και το ίδιο το στέκι ως χώρος συζήτησης, με την αλληλεπίδραση και τη ζύμωση που αυτά συνεπάγονται, να μας οδηγήσουν στην ωριμότητά μας, όχι ως ανθρώπους, αλλά ως συζητητές.
Δεν είναι δυστυχώς αυτονόητο ότι, μέσα στη σύγχρονη κοινωνία, ο πολίτης διαπαιδαγωγείται σωστά ως προς τους όρους ενός πραγματικά γόνιμου διαλόγου, από το σχολείο, από τη βουλή ή από την τηλεόραση. Αυτό πιθανώς, όταν το επιτύχουμε, θα είναι και το μεγαλύτερο κέρδος από τη συμμετοχή μας σ' αυτό το φόρουμ.