ΚΡΑΥΓΕΣ 1953
Το μπηγμένο καρφί στο ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απʼ τʼ αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας
*
Κάλεσέ με με το τελευταίο μου όνομα
κρέμασε τα ρούχα μου στους πλανήτες στʼ άστρα
που οι κνήμες μου χωρίς διέξοδο βαδίζουνε στη γην επάνω
σπέρνοντας την απελπισία μου μέσα στις καρδιές των ζώων
που οι τελευταίες μου ειδήσεις ηχούν σαν πένθιμες καμπάνες
για να καλέσουν στη μετάνοια τους ανθρώπους
*
Σʼ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι,
οι παλιοί ιδρώτες μας δεν σʼ αηδιάζουν,
τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα σεντόνια μας
οι κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο
αντηχούνε
όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το αχόρταγο κορμί σου,
το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει
που οι χθεσινοί μας πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου
*
Καθισμένη στο κρεβάτι μʼ ανοιχτές τις γάμπες
μπροστά της ένα κύπελλο
ψάχνοντας να φάει μα μη βλέποντας τίποτα
η γυναίκα με τα φαγωμένα απʼ τις μύγες βλέφαρα
βογγούσε
Απʼ τα παράθυρα μπαίναν οι μύγες
βγαίναν απʼ την πόρτα
μπαίναν στο κύπελλό της
μάτια κόκκινα μύγες μαύρες
φαγωμένες από τη γυναίκα
που δεν έβλεπε τίποτα
*
Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη
μου
σε ανόσιες σε σμπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά της αφηρημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια σου
απʼ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος
*
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλωμιάζουν
θέλω τʼ ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
*
Τα βίτσια των αντρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασάω τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου
Mansour.
Αν μπορούσα κάποια να αναστήσω,
θα ήταν η Μανσούρ και καμιά εικοσαριά αγαπημένες γάτες, ερωτιάρες...
Που'ναι αυτό το τόσο γυναικείο συναίσθημα, στη Νεοελληνίδα, κάτι ανάμεσα σε χάδι και ουρλιαχτό με ανάσα από σπόντα, κλεμμένη που λέμε?


