«… ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ… ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δεν θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θά ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή…». «ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΤΙΚΙΟ ΜΑΣ. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο…»... «ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΠΑΡΕΙ ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΜΟΥ… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχει μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…».
Απόσπασμα από το πεζογράφημα του Δημήτρη Δημητριάδη, Πεθαίνω σαν χώρα, εκδ. Σαιξπηρικόν