Αποσπάσματα από βιβλία που αγαπάμε

  • Thread starter Thread starter Guest 182562
  • Ημερομηνία έναρξης Ημερομηνία έναρξης
αὐτός, Κύριε, ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου (τοῦδε), ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός
Από τη Νεκρώσιμο Ακολουθία.
 
Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια
IMG_5290.jpeg
 
ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ: Πώς είσαι, αγάπη μου; Γιατί χλώμιασαν έτσι τα μάγουλά σου; Τόσο γρήγορα μαράθηκαν τα τριαντάφυλλά τους;
ΕΡΜΙΑ: Βροχή θα θέλουν. Θα τα ποτίσω με τη μπόρα των ματιών μου.

Όνειρο Θερινής Νυκτός, Ουίλιαμ Σαίξπηρ
Σκέφτομαι να αρχίσω να διαβάζω Σαίξπηρ, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να τον κατανοήσω. Βρήκα το παραπάνω απόσπασμα και μου άρεσε πολύ! Θα το διαβάσω όλο.
 
ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ: Πώς είσαι, αγάπη μου; Γιατί χλώμιασαν έτσι τα μάγουλά σου; Τόσο γρήγορα μαράθηκαν τα τριαντάφυλλά τους;
ΕΡΜΙΑ: Βροχή θα θέλουν. Θα τα ποτίσω με τη μπόρα των ματιών μου.

Όνειρο Θερινής Νυκτός, Ουίλιαμ Σαίξπηρ
Σκέφτομαι να αρχίσω να διαβάζω Σαίξπηρ, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να τον κατανοήσω. Βρήκα το παραπάνω απόσπασμα και μου άρεσε πολύ! Θα το διαβάσω όλο.
Αν διαβάσεις το αγγλικό ίσως σε δυσκολέψει λιγάκι αλλά η μετάφραση μια χαρά. Αν δεν μπορείς να καταλάβεις κάτι με μια αναζήτηση δεν θα έχεις θέμα, μεσαιωνική ιστορία είναι.
Διάβασα τα γνωστά βιβλία της jane Austen στην αυθεντική τους regency era γλώσσα, και ενώ έχω πολύ καλό επίπεδο αγγλικών, δεν μου ήταν όσο εύκολο όσο νόμιζα, στην αρχή αισθανομουν ότι διάβαζα εφημερίδα στο ύφος, μέχρι που το συνήθισα.

Πολύ ενδιαφέρουσα η πορεία της αγγλικής γλώσσας.
 
Σκέφτομαι πως αν δεν υπάρχει διάβολος και αν κατά συνέπεια τον δημιούργησε ο άνθρωπος, τότε σίγουρα τον δημιούργησε κατ΄ εικόνα και ομοίωση του.


«Τα αδέλφια Καραμαζόφ» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι.
 
'Ὅμως καλά εἶναι κι ἔτσι. Καμιά ἄλλη θεωρία δέν εὐσταθεῖ: ὅλα ὅσα λέγονται καί κηρύσσονται καταλήγουν κάποτε στή γελοιότητα· στήν περίπτωση αὐτή ἀκόμα καί ὁ δικός μου σαρκασμός εἶναι περιττός. Ὅποιος ἔχει γνωρίσει καλά τόν κόσμο, ξέρει πώς εἶναι γεμάτος πλάνες. Παρ’ ὅλα αὐτά δέν μᾶς ἀρέσει νά τόν ἐγκαταλείπουμε, γιατί ἔχουμε τήν ἀφέλεια τῶν παιδιῶν, σκέφτηκα. Τί καλά, εἶπα στόν ἑαυτό μου, πού μέτρησα τήν πίεση τῶν ματιῶν μου! Τριάντα ὀχτώ. Δέν ἐπιτρέπεται νά ζοῦμε πιά μέ ψευδαισθήσεις: ὑπάρχει ἡ πιθανότητα ν’ ἀνατραποῦμε ἀνά πάσα στιγμή. Γι’ αὐτό χρειαζόμαστε ὄνειρα, ὅλο καί περισσότερα ὄνειρα, ὅπου οἱ ἄνθρωποι πετᾶνε ἀπό τά παράθυρα κι ὕστερα ξαναμπαίνουν, ὄμορφοι ἄνθρωποι, φυτά πού δέν ἔχουμε ξαναδεῖ, μέ τεράστια φύλλα σάν ὀμπρέλες. Παίρνουμε τοῦ κόσμου τίς προφυλάξεις γιά τό θάνατο, ἀλλά ὄχι καί γιά τή ζωή.'

Τόμας Μπέρνχαρντ

Μπετόν.
 
«… ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ… ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δεν θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θά ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή…». «ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΤΙΚΙΟ ΜΑΣ. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο…»... «ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΠΑΡΕΙ ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΜΟΥ… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχει μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…».
Απόσπασμα από το πεζογράφημα του Δημήτρη Δημητριάδη, Πεθαίνω σαν χώρα, εκδ. Σαιξπηρικόν
 
Αυτοί που έζησαν σα ληστές,
στο βάθος της θάλασσας,
Αυτοί που έζησαν σαν τρελοί
στη μέση τ’ ουρανού,
Αυτοί που φτιάξανε
νόμους έξω από το νόμο,
Αυτοί που προσαρμόστηκαν
σ’ έναν κόσμο κάτω από τον κόσμο
Αυτοί που πίστεψαν
σ’ έναν θεό δούλο του θεού,
Αυτοί που τραγούδησαν
στις σφαγές των βασιλιάδων,
Αυτοί που χόρεψαν
στους πολέμους των αστών,
Αυτοί που προσευχήθηκαν
στους εργατικούς αγώνες
καταθέτοντας την τιμιότητα
των χωριάτικων θρησκειών,
Ξεχνώντας την τιμή
του υποκόσμου,
Προδίνοντας την ειλικρίνεια
των βαρβαρικών λαών
Πίσω από τους δικούς τους Αλή με τα Γαλάζια
Μάτια
– θα βγουν κάτω από τη γη
για να ληστέψουν –
Θ’ ανέβουν από το βάθος της θάλασσας
για να σκοτώσουν
– Θα κατεβούν από τα ύψη του ουρανού
για ν’ αρπάξουν –
και για να μάθουν στους συντρόφους Εργάτες
τη χαρά της ζωής
– Για να μάθουν στους αστούς
τη χαρά της ελευθερίας –
Για να μάθουν στους χριστιανούς
τη χαρά του θανάτου.

Π. Π.Παζολίνι Προφητεία
5.3.1922 – 2.11.1975
 
Πάνω στο γραφείο ήταν αποθεμένη μια μικρή φωτογραφία... Πως βρέθηκε αυτή η φωτογραφία πάνω στο γραφείο; Ο γερο Καρλ την είχε κρυμμένη στο συρτάρι και δεν την εβγαζε παρά σαν ήταν ολομόναχος και τύφλα στο μεθύσι, όταν τον έπιαναν τα μεράκια και τα παράπονα. Έκλαιγε τότε τη χαμένη αγάπη και τα δάκρυα του έχουν λερώσει το καφετί χαρτί...

Ο Συλβέστρος όταν γινηκε αφέντης του σπιτιού εδώ και πενήντα χρόνια θα βρήκε την εικόνα μέσα στο συρτάρι. Λογικά πρέπει να την είχε εξαφανίσει από τα μάτια του, όπως τη μάνα του από την καρδιά του. Θυμήθηκε ο Βάσιας το μίσος του αδερφού για τη μητέρα τους. Τα σκληρά λόγια που του είπε τότε στη Βουδαπέστη για την ξεδιάντροπη μοιχαλίδα. Και όμως η φωτογραφία υπάρχει ακόμα. Υπάρχει απάνω στο γραφείο του γιου που μισούσε τη μάνα του. Και στην άκρη του χαρτονιού, γραμμένη με τρεμάμενο χέρι αλκοολικού, μια χρονολογία: η μέρα που η Λίλυ Γιούγκερμαν αναπαύτηκε για πάντα στο νεκροταφείο της Γκρενόμπλ, πλάι στο γοργό ρέμα του Ιζέρ.

Την αγαπούσες και συ, μουρμούρισε ο Βάσιας. Την αγαπούσες τη μάνα μας την αμαρτωλή.

-Γιουγκερμαν, Καραγάτσης.
 
Ο θρύλος λέει πως ένα greylag ζευγαρώνει για μια ζωή.
Αν σκοτώσεις ένα μεγάλο, στο κυνήγι, πρέπει να περιμένεις..
για να έρθει να θρηνήσει το ταίρι του.
Μετά πρέπει να σκοτώσεις και αυτό
αλλιώς θα πεθάνει από την θλίψη του..

Outlander - SE3.8

1763845398498.png
 
«Ο Αυτοκράτορας έμεινε μόνος, με το σπαθί του βαμμένο στο αίμα και το άλογό του να τρέμει από την κούραση. Τότε, εννέα Λατίνοι, άνδρες γίγαντες με μακριές λόγχες, όρμησαν επάνω του από όλες τις πλευρές.

Εκείνος, σαν ένας πύργος ακατάβλητος, δεν έχασε το θάρρος του. Με μια γρήγορη κίνηση, απέφυγε την πρώτη λόγχη και με το σπαθί του έκοψε την κεφαλή της δεύτερης. Παρόλο που τον χτυπούσαν παντού, εκείνος έστεκε όρθιος, θυμίζοντας τον μυθικό Ηρακλή που πάλευε με τη Λερναία Ύδρα.

Δεν ήταν πια ένας βασιλιάς που φοβόταν για τον θρόνο του, αλλά ένας πολεμιστής που η δόξα του θανάτου του φαινόταν πιο λαμπρή από μια ζωή χωρίς τιμή.
Με μια τελευταία κραυγή, κάρφωσε τα σπιρούνια στο άλογό του και πέρασε μέσα από το τείχος των εχθρών, αφήνοντάς τους άναυδους να κοιτούν τη σκιά ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να λυγίσει.»

Άννα Κομνηνή
Αλεξιάδα
 

Χρήστες Βρείτε παρόμοια

Back
Top