Αν ποτέ αποφάσιζα να μπω στον αδυσώπητο στίβο του επιχειρείν, το μαγαζί μου θα ήταν ένας ναός της ροκ παρακμής, ένα καταφύγιο για όσους νιώθουν ότι γεννήθηκαν σε λάθος δεκαετία και περιμένουν ακόμα τον Morrison να αναστηθεί και να τους κεράσει ένα ποτό. Θα το έλεγα “The Last Chord”, γιατί όλοι ξέρουμε ότι το τελευταίο ακόρντο πάντα μένει μετέωρο, σαν τις καμένες προσδοκίες μιας γενιάς που έμαθε το ροκ από YouTube αντί για βινύλια.
Ο χώρος; Μισοσκότεινος, με τη μυρωδιά του ξύλου και του whiskey να μπλέκεται στον αέρα, σαν καλοκουρδισμένο riff. Ο ήχος; Απαράβατος νόμος: τίποτα κάτω από 90 dB. Αν μπορείς να παραγγείλεις χωρίς να ουρλιάζεις, τότε κάτι κάνουμε λάθος.
Στον τοίχο, μια ταμπέλα: “Εδώ δεν παίζουμε playlist, εδώ μορφώνουμε αυτιά”. Οι μπάρμεν δεν ξέρουν να φτιάχνουν Mojito, αλλά θα σου μιλήσουν για το “Live at Budokan” λες και ήταν εκεί. Και η μοναδική Happy Hour είναι κάθε φορά που κάποιος ζητάει τραγούδι και δεν είναι των Måneskin.
Εν ολίγοις, ένα καταφύγιο για όσους ξέρουν ότι το ροκ δεν πέθανε, απλά έκανε ελεύθερη πτώση και δεν βρήκε ακόμα το έδαφος.
Αυτή είναι η σφραγίδα της αισθητικής μου, η μουσική αυτή είναι το soundtrack της ύπαρξης μου.
Το “The Last Chord” δεν θα ήταν ένα μαγαζί. Θα ήταν η φυσική συνέχεια του τρόπου που σκέφτεμαι, βλέπω, ακουω και ζω. Και αν κάποιος δεν το καταλάβαινε; Ε, απλά δεν θα του ανοίγουμε την πόρτα.
Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι!!!