ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΩΝ ΦΟΡΤΗΓΩΝ
Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
Τα βράδυα, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαρειά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκειά γυναίκεια συντροφιά.
Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κ' είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό'
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλυέται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμο.
Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει,
κ' οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό'
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τους κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πώς φέρνει πυρετό.
Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστεια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλοίμονο! ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό
Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κ' ηλεκτρισμένα
κ' έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελλαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.
Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
- αυτός οπού'δε πράματα στη ζήση του φριχτά -
χαϊδεύοντάς την μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κ' ύστερα μεσ' στη θάλασσα την άγρια την πετά.
Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.
Νίκος Καββαδίας (Μαραμπού)
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.