Ποιός τους βλέπει να βαδίζουν στην πόλη
αν όλοι είναι τυφλοί;
Αυτοί πιάνονται απ' το χέρι: κάτι μιλάει
ανάμεσα στα δάχτυλά τους, γλώσσες γλυκιές
γλείφουν την υγρή παλάμη, τρέχουν από τις φάλαγγες,
και ψηλά είναι η νύχτα γεμάτη από μάτια.
Είναι οι εραστές, το νησί τους πλέει στην όχθη
προς θανάτους απο χλόη, προς λιμάνια
που ανοίγονται σε σεντόνια ανάμεσα.
Όλα αναστατώνονται δια μέσου τους,
όλα βρίσκουν τον μαγικό αριθμό τους,
αλλά αυτοί ούτε που ξέρουν
πως ενώ κυλιούνται στον πικρό τους άμμο
μια παύση υπάρχει στο έργο του μηδενός,
ο τίγρης είναι ένας κήπος που παίζει.
Ξημερώνει στων σκουπιδιών τ' αμάξια,
αρχίζουν να βγαίνουν οι τυφλοί,
το υπουργείο ανοίγει τις πόρτες του.
Οι εραστές παραιτημένοι κοιτάζονται κι αγγίζονται
μια φορά ακόμη πριν μυρίσουν τη μέρα.
Πια είναι ντυμένοι, και πάνε στο δρόμο.
Και είναι μόνο τότε
όταν είναι νεκροί, όταν είναι ντυμένοι,
που η πόλη τους ξαναβρίσκει υποκριτική
και τους επιβάλλει τα καθημερινά καθήκοντα.
Οι Εραστές του Χούλιο Κορτάσαρ.