Η' Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας
ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα
κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες
και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν
ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ' άστρα που δηλώνουν στην
άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των
φωνογράφων
δεμένες άθελα μ' ανύπαρχτα
προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις
από ξένες γλώσσες.
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας
ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια
ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;
Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες,
ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα
κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της
θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι
πια δική μας
ούτε δική σας.
Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.
Θ' Είναι παλιό το λιμάνι
Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια
να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με
τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με
τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ'
ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια,
χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν'
αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη
μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.
Αν το θέλησα να μείνω μόνος,
γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια
απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον
ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα
χρώματα, αυτή τη σιγή.
Τ' άστρα της νύχτας με γυρίζουν
στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες
στ' ασφοδίλια.
Μες στ' ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-
πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι
λαβωμένο.
VIDEO
Γιώργος Σεφέρης
Μυθιστόρημα
Δεκέμβρης 1934