ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΣΕ ΔΕΣΜΙΔΕΣ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ
Το σώμα της μ’ έχει επικηρυγμένο.
Αφαλός, θηλές, υγρά μαλλιά. Γλουτοί και ώμοι.
Οι δίπλες της κοιλιάς, το σφιγμένο στόμα και η ανάσα η τελευταία.
Πάνω στη μακριά της ράχη, από το στέρνο ως τη μέση νεκρικά με καταζητούν.
Μήπως είναι λίγα τα εβδομήντα χρόνια που προσφέρει για να παραδοθώ;
Η επιστροφή και πάλι στη φυλακή της σάρκας,
οι τρόφιμες επιθυμίες να εκτίουν στους τέσσερις τοίχους του κελιού ποινή ισόβια,
και μετά στο επισκεπτήριο να κοιτούν οι πέντε δεσμοφύλακες αισθήσεις
αδιάκριτα.
Το μεσημέρι μόνο θα περπατάω με τη φόρμα στην αυλή
και θα ποτίζω κάτι αναρριχώμενες χαρές που ανεβαίνουν τον φράκτη.
Όχι.
Κρύβομαι καλά πάνω από τα ακρωτήρια, τις αμμουδερές παραλίες,
στη μεταλλική μυρωδιά των πλοίων, τις πλατείες με τα λευκά αγάλματα,
στους αφρισμένους ωκεανούς της γνώσης, την έρημο των ξηραμένων
προσδοκιών,
στα φώτα που σβήνουν ένα - ένα την ώρα που ξυπνάει η μεγαλούπολη.
Κάνοντας χωνί τα χέρια μου γύρω από το στόμα φωνάζω:
«έεεεεεειιιιιιιιιιιιι, υπάρχωωωωωω παντουουουουού!»
Ως ένα σπάταλο πνεύμα που ξοδεύει,
όπως θέλει την αιωνιότητα σε δεσμίδες των εκατό.
Της Αγγελικής Ζιούτη, πέντε ποιήματα (αυτό ήταν το 1/5)
Καλοτάξιδο Αγγελικούλα.
Κούκλα η Αγγελική: