ένα ζευγάρι παρωπίδες,
μπαγιάτικο τσάϊ,
ραντισμένο με αίμα τράγου, ψωμί σταρένιο,
φίδι πιθήκου,
χάντρες μελιού
και μάτια πέρλες από αναθεματισμένα ψάρια
που έχουν καταπιεί ντενεκεδένια στέμματα
τα οποία προορίζονταν για ένα τοπίο που θα μεγάλωνε
μικραίνοντας τους ανθρώπους που ζουν σε αυτό.
Και κάτι υγρό για να πάνε κάτω:
χυμό στιμένου χελιδονόψαρου από παγούρι.
Τρελός στα σύννεφα πετώ,
πάω τώρα να κοιμηθώ,
να δω πως τα χωνεύω.
υγ. και μη μου πει κανείς
"τι τρως παιδάκι μου"
πρωτο γιατί δε βγήκα από το μνί του
και δεύτερον γιατί εδώ είναι Βαλκάνια και τρώω
ό,τι γουστάρω γιατί ως γνωστόν:
Ελευθερία ή θάνατος
ο κόσμος είν' αδιάβατος
κι ο χορός μου κάνει κύκλο
και με κλείνει από παντού.
(άρα μπορώ να τρώω τα πάντα κλεισμένος
μεστο άπαν,
όλες τις ώρες του χρόνου και του κόσμου
γιατί είμαι κάποιος που φτεροκοπά.)