Νιώθεις σαν κάτι από εσένα να έμεινε εκεί πίσω. Δεν ήξερες τι έχασες, όμως φοβόσουν πως δεν λυπόσουν επειδή χάθηκε, αλλά επειδή δεν χάθηκες κι εσύ μαζί του, μέσα στο νόημα που - έστω και φευγαλέα - βρήκες.
Πάσχιζες λοιπόν να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, σε μια μάταιη μάχη, το αποτέλεσμα της οποίας είχε κριθεί από καιρό. Και δεν καταλάβαινες ότι στην πραγματικότητα δεν έχασες τίποτα, δεν έχασες την ψυχή σου, δεν έχασες τον εαυτό σου, αλλά αντίθετα τα βρήκες.
Όταν πλέον σε αγγίζει η συνειδητοποίηση, δεν αντιδράς. Την αποδέχεσαι σιωπηλά, άλλη μια βεβαιότητα στο χάος της ζωής, και ξεκινάς για τον καινούργιο προορισμό που πρόβαλε μπροστά σου. Στο πίσω μέρος του μυαλού σου καταπιέζεις την ερώτηση, δεν θέλεις να γνωρίζεις τι θα συμβεί αν ο συγκεκριμένος προορισμός αποδειχθεί μονάχα ένα παραπέτασμα καπνού.
Τι θα χαθεί πιο γρήγορα, εσύ ή ο προορισμός σου;
Δεν έχει σημασία. Έχεις ταυτιστεί τόσο πολύ μαζί του, ώστε το τέλος σας θα είναι κοινό.