[ΚΑΛΕ ΜΟΥ Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΦΤΑΣΕ...]
Καλέ μου, η Άνοιξη έφτασε. Τα βράδια με πλανά
πως παίζει στο παράθυρο τη φωτεινή της σάρπα.
Μα τα μεσάνυχτα γροικώ που φευγαλέα περνά
το θλιβερό τραγούδι σου στη νυμφική τους άρπα.
Καλέ μου, όλα γυρεύουνε γλυκά να με κοιμίσουν
και να μου πουν πως έσβησες για πάντα από τη γη.
Μα όλα, χωρίς να θέλουνε, σένα θα μου θυμίζουν
κιʼ ανίδεα θα μου κάνουνε τη νοσταλγία πληγή.
Καλέ μου, πώς απόσβησε παντοτινά η ματιά σου
από τον Ήλιο που άλλοτε μʼ αγάπη μούχες δείξει;
Πώς έγινε έτσι, να βρεθώ τόσο πολύ μακριά σου
κιʼ ο ήλιος σου εχθρός να μου γενή, σκοτάδι να με πνίξη;
Πριν από σένα πέθαναν όσα μούχες ταμένα
κʼ ύστερα χάθηκες και συ μαζί τους, το πιο ωραίο.
Ένας κυκλώνας γύρω μου τα πάντα έχει θαμμένα
και μʼ έχει αφήσει ζωντανή μόνον για να σε κλαίω.
[ΠΡΙΝ ΦΥΓΩ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ...]
Πριν φύγω για το μακρινό ταξίδι, θα περάσω,
διασχίζοντας αδιάφορα των δρόμων τη βοή,
από τον κήπο που άλλοτε, κάποια απροσδόκητη ώρα
τα μάτια σου μού μίλησαν για μιαν ωραία ζωή.
Και λησμονώντας πως κʼ οι δυό βγήκαμε γελασμένοι
κʼ έγινε τόνειρο φωτιά μέσʼ στην ανατολή,
θα ιδώ τάνθη νʼ ανοίγωνται στο φως και να προσφέρουν
την εύοσμη ψυχούλα τους στης αύρας το φιλί.
Θα ιδώ τα δέντρα στη βαριά πρασιά ντυμένα πάλι.
Περιπλοκάδες να ρουφούν ζωή στα ταπεινά,
χωρίς νάναι λιγότερο χαρούμενες για τούτο
και τάνθη τους λιγότερο περήφανα κιʼ αγνά.
Και σαν από ένα μάταιο πείσμα και εγώ να ζήσω
όσα μούπαν τα μάτια σου στʼ ωραίο βραδινό,
θα ιδώ να γέρνης πάνω μου και θάναι τόσο λαύρο,
τόσο μεγάλο το φιλί σαν πρώτο, σα στερνό.