Λίβανος 2006,
Αλέξης Σπανέλης (Ποιήματα)
Δε γνωρίζω που θα βρω μια πεταλούδα
να ξαποστάσω πάνω στον άνεμό της.
Η πίκρα του παγωμένου βοριά
όπου και αν κοιτάξω.
Ορδές βάρβαρων ιδεών
σα να μας κοιτάει ο θάνατος με γλύκα.
Μόλις μια γιαγιά έτοιμη
να ξαποστάσει στο τέλος του Λιβάνου.
Και δακρύζει
στους κεραυνούς του πολέμου.
Λες η ιστορία των παιδιών
που δεν έζησαν να μη μας δίδαξε τίποτα.
Οι γενιές μετρούν με αγνωμοσύνη
την προίκα του μίσους που τους δόθηκε.
Για άλλη μια φορά
θα ματώσει η γη καρπούς.
Που δεν θα μπορέσουν
να αντικρύσουν τον ήλιο.
Ο Άνδρας και η Γυναίκα
θα αναμετρηθούν με την αγάπη τους.
Σπορά σε χέρσα γη.
Και εγώ εδώ με αυτές τις ευαισθησίες θανάτου
μετρώ την απουσία σου έρημος από παρόν και μέλλον.
Καπνίζοντας λέξεις για ελπίδα.
Και εσύ γλαυκό ξημέρωμα στέκεις όρθιο
μη λογίζοντας τον πόνο.
Όμοια νησί που στον αποχωρισμό
κουνάει τα αλμυρίκια του.
Και ο δρόμος μακρύς
η χαρά ιδωμένη με ιδρώτα, διψασμένο μεσημέρι καταμεσής του Αυγούστου.
Γιέ μου- δες πως ξημερώνει
ένας υάκινθος τον ήλιο.
Μη φοβάσαι η θάλασσα θα εκδικηθεί
για ότι της ανήκει.