Και τώρα το καλύτερο από τα ελληνικά:
Βαριά βαλίτσα
Βαριά βαλίτσα σήκωσα για να τη μεταφέρω,
στο τέλος της ανηφοριάς συνάντησα έναν γέρο.
"Που πας Τζιμάκο παχουλέ, με τη μακριά κοτσίδα;"
"Πάω παππούλη, μακριά, να βρω την κληρωτίδα,
να βάλω τα κουπόνια μου τα εφημεριδένια,
μπας και κερδίσω το κρις-κραφτ, να φύγω για τα ξένα".
Κάνει ο γέρος μια βουτιά, μου αρπάζει τη βαλίτσα
και έμεινα χωρίς κρις-κραφτ μία μικρή τελίτσα
που ενώνεται με τις γραμμές μέχρι να βγει το σχήμα ενός ξεβράκωτου
παπά-δαίμονα με ουρίτσα, ξυπνάω και βλέπω δίπλα μου τη σύζυγό μου Ρίτσα!
Σηκώνομαι κακήν-κακώς, πλένομαι, κατουράω,
κι αρχίζω πάλι απ' την αρχή τα άπαντα του Μάο.
