Έσπασε η ρουτίνα, μπήκε μια άλλη.
18 πλέον, μα ποια η διαφορά απο τα 13; Καμία. Ίσως το πρωτοφοιτητικό μουσάκι, ίσως το μακρύ μαλλί, ίσως η δίψα για ζωή και για κόσμο.
Και πότε βρήκε να πιάσει αυτή η αδηφάγα επιθυμία για τον κόσμο, όταν ξεκίνησε να μεγαλώνει η μέρα.
Και εκτοτες ολοένα και μεγαλώνει. Το φως σκορπά το σκότος, η μέρα τη νύχτα, η χαρά και το γέλιο ό,τι τα σκίαζαν προηγουμένος.
Πίνοντας το καφεδάκι μου, αναρωτιέμαι.
Ελεύθερος είμαι πλέον; όχι. Έχω ακόμα εκκρεμότητες, δουλειές που με τραβάνε πίσω. Μα θα τα καταφέρω; Εννοείται. Δεν χανω την πίστη στον εαυτό μου. Δε γνωρίζω αν επιτρέπεται να γράψω για αυτό, μολονότι που είναι και αυτό μια σκέψη. 30 μέρες πέρασαν αρκετά γρήγορα. Ένας μήνας τίποτα δεν είναι στη μεγαλειότητα του χρόνου, και ακόμα και αυτή την υπερκερνά η ανθρώπινη ζωή (που είτε είναι βραχύχρονη ή μακρόχρονη είναι ενας παράγοντας που δεν έχει σημασία εν προκειμένη).
Ήταν αρκετός όμως για να μάθω. Να πάθω, βεβαίως, άλλωστε, ποιός μαθαίνει χωρίς να παθαίνει;
Μακρηγορώ, έτσι; Εν πάση περιπτώσει, η ουσία είναι πως, κάνει ζέστη, μπήκαμε στην άνοιξη, η ζωή ξαναανθίζει, και αναγεννάται η ελπίδα. Μουδιασμένο το χέρι απο το στήριγμα στο βιβλίο της χημείας, μουδιασμένο το κεφάλι απο την χημεία στις 1 η ώρα. 2 μήνες ακόμη πριν αποχαιρετήσω το τελευταίο στοιχείο των παιδικών μου ετών, και δεν είμαι σίγουρος αν θα μου λείψει η όχι. Έχω μια τάση να αποφεύγω το τέλος
"Και όλο φεύγω, το τέλος πριν να δω" όπως έλεγε ο Παπακωνσταντίνου.