"Πώς σου φαίνεται;" ρωτάει ο Poirot.
"Είναι υπέροχος, νομίζω όμως πως κάτι λείπει" χαμογελάει η Reader. Ο χιονάνθρωπος μπροστά τους έχει μάτια, μύτη, χαμόγελο, σκούφο, κασκόλ και κουμπιά αλλά δεν έχει...
"Χέρια!" αναφωνεί ο Poirot "Πάω να φέρω κλαδιά".
Τα βήματά του χάνονται μέσα στο χιόνι καθώς κατευθύνεται προς τη μικρή δασώδη έκταση στην άκρη της πόλης. Μισοκλείνει τα μάτια για να δει καλύτερα μέσα από τις νιφάδες που πέφτουν όλο και πιο πυκνές, απειλώντας να καλύψουν τα πάντα στα λευκά.
Ή, σχεδόν τα πάντα...
Κάτι σκούρο προεξέχει πίσω από τον κορμό ενός δέντρου. Η άκρη μιας μπότας. Ο Poirot πλησιάζει ενώ αναρωτιέται δυνατά "ποιος νοήμων άνθρωπος ξεχνάει τις μπότες του στο δάσος μέσα στο καταχείμωνο;"
Χρειάζεται να πλησιάσει περισσότερο για να συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο άνθρωπος
δεν ξέχασε τις μπότες.
"Reader!" φωνάζει. "Έλα γρήγορα!". Ο αντίλαλος της φωνής του τον κάνει να αισθάνεται απελπιστικά μόνος.
Η Reader φτάνει τρέχοντας, σταματάει δίπλα του και ακολουθεί το βλέμμα του, για να αντικρίσει