Le Vent Nous Portera
Οι περιπέτειες του μικρού, ορφανού (πλέον), αρχιτέκτονα Γιαννάκη
(το σενάριο)
σκηνή 4- Πως έχασα τη μαμά μου
(φωνή Γιαννάκη): Από τότε που ο μπαμπάς αποδήμησε εις Κύριον έμεινα μόνος με τη μαμά. Τις κυριακές με πήγαινε στην παραλία να παίξω. Έτσι και κείνη τη μοιραία Κυριακή που...
ΜΗΤΕΡΑ: επιτέλους φτάσαμε! τι ωραία
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: επιτέλους! θα φτιάξω ένα οικοδόμημα επηρρεασμένος απ' την αρχιτεκτονική της μέσης Ανατολής. Ελπίζω να έφερες τα συνεργά μου.
ΜΗΤΕΡΑ: μη βιάζεσαι μικρέ μου, κάτσε να στρώσω πρώτα...(στρώνει και ανοίγει την τσάντα της)ορίστε, το φτιαράκι σου και το κουβαδάκι σου.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Μαμά είσαι κι η πρώτη, να σ' αγγαλιάσω (αγγαλιάζονται χαμογελαστοί)
(ο Γιαννάκης τρέχει ασυγκράτητος προς την παραλία)
ΜΗΤΕΡΑ: (To άτιμο, τι ταλέντο,ίδιος ο συγχωρεμένος ο πατέρας του, ας διαβάσω ένα βιβλίο να χαλαρώσω)
(εν τω μεταξύ ο Γιαννάκης σκάβει ασταμάτητα)
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: (Αυτή τη φορά θα ξεπεράσω τον εαυτό μου, θα της δείξω εγώ τι σημαίνει να κτίζεις στην άμμο παλάτια)
......
ΜΗΤΕΡΑ: (ανησυχώντας) (μα που είναι αυτό το μαλακισμένο δεν το βλέπω)
βαδίζει προς το μέρος του
τον βλέπει μέσα σ' ένα βαθύ λάκκο που έχει σκάψει
ΜΗΤΕΡΑ: Τρελλάθηκες παιδί μου; τι κάνεις σκάβεις τον τάφο σου;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Μαμά το κτίριο που θα κατασκευάσω δεν θα είναι μόνο αντισεισμικό αλλά και αντιτυφωνικό γι αυτό έσκαψα τόσο βαθιά θεμέλια, είμαι κι ο πρώτος ε;
MHTEΡΑ: Tι να σου πω παιδάκι μου. Είναι κακό να χτίζεις στην άμμο παλάτια. που λέει και το τραγούδι, ο βοριάς θα τα κάνει συντρίμμια κομμάτια. Τέλος πάντων εγώ πάω να αράξω γιατί είμαι πτώμα
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Tη μαλακισμένη, πάλι την πέταξε τη σπόντα της. Θα της δείξω εγώ.
(Με γοργούς ρυθμούς φτιάχνει το αντισεισμικό, αντιτυφωνικό κτίσμα του, επηρρεασμένο απ' την αρχιτεκτονική της μέσης ανατολής)
(η μάνα κουρασμένη αφήνει το βιβλίο που διάβαζε και παίρνει έναν υπνάκο)
(εν τω μεταξύ ο ουρανός σκοτεινιάζει..ένας τυφώνας αρχίζει να πλησιάζει απειλητικά. Ο Γιαννάκης τρέχει πάνω κάτω ανήσυχος βάζοντας τις τελευταίες πινελιές στο έργο του)
....Ο τυφώνας ξεκίνησε. Γίνεται της πουτάνας. Η μάνα ξυπνάει. Τρελλαμένη τρέχει προς το παιδί της
MHTEΡΑ: Γιαννάκηηηη! Γιαννάκηηηη!
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Μαμααααα! έλα να προστατευτείείείς!
MHTEΡΑ: Γιαννάκηηηη! Γιαννάκηηηη!
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Μαμααααα! έλα να προστατευτείείείς!
(είναι όμως αργά, ο τυφώνας ρουφάει τη δύσμοιρη μάνα κι ο Γιαννάκης μένει μόνος)
ο Γιαννάκης μπροστά στην παραλία σκέφτεται θλιμμένος
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Ωρε πούστη μου. Έμεινα μόνος. Τώρα;
Πώς θα σπουδάσω αρχιτέκτονας; δεν θα έχω να φάω τι αρχιτέκτονας και μαλακίες.
Με βλέπω να γίνομαι παιδί των φαναριων. Βρώμα η δουλειά.