Στο τραίνο χθες ήταν δυο κοριτσάκια και την ώρα που μιλούσαν, δεν ξέρω πως μου'ρθε πετάχτηκα σαν ραπανάκι και τους είπα κάτι αστείο χωρίς να με ξέρουν. Αυτό το κάνω που και που, να παρεμβαίνω σε συζητήσεις αγνώστων μέσα στο τραίνο ή στο μετρό, όταν οι συνομιλητές είναι άνθρωποι που τους νοιώθω δικούς μου. Σκεφτόμουν λοιπόν εκείνη την ώρα κάποια ψυχή που φάγαμε ψωμί κι αλάτι που θα πάθαινε εγκεφαλικό αν με συνόδευε, γιατί δεν μπορούσε καν να ανεχτεί να κοιτάω τον κόσμο, πόσο μάλλον να αρχίσω να του μιλάω έτσι στα καλά καθούμενα ή να κάνω χαβαλέ. 'Υστερα από λίγο, κι αφού τα κοριτσάκια γέλασαν μ'αυτό που είπα, άρχισαν να μιλάνε για τους πρώην τους, και η μία είπε στην άλλη "καλό είναι να γυρνάς, αρκεί να μπορείς και να θες, εγώ θέλω αλλά δεν μπορώ", καθώς η μελαγχολία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. 'Ηταν πραγματικά πολύ θλιμένη. Αυτή τη φορά δεν μπήκα στη μέση, σιώπησα. Τότε από μέσα μου είπα "πήγαινε να τον βρεις τον μικρό σου, έλα μικρή είσαι, πήγαινε βρε χαζή μπας και διορθωθεί αφού το θες τόσο. Θέλω κι εγώ να τα βρείτε και πάλι κι ας μην σε ξέρω". Συννέφιασα, σκέφτηκα πόσο μου έμοιαζε, περνάγαμε κι απ'την παλιά γειτονιά κι έτυχε να μας βασανίζουν οι ίδιες σκέψεις την ίδια στιγμή, μέσα σε μια χαοτική Αθήνα, για φαντάσου συμπτώσεις.
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 15 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.