Ανοιγεις στα δυο το σωμα μου και μπαινεις με δυναμη μεσα δε θυμαμαι να σε’χω καλεσει κι όμως μαρεσει το ένα χερι στυβει τα πνευμονια μου το άλλο μαζευει λιγη λιγη την πισσα χτιζεις μια γεφυρα απ’τα ματια σου στα ματια μου και λες αυτή η γεφυρα δε πρεπει να πεσει κι όμως στη μεση υπαρχει ενας ανθρωπος που είναι ζωσμενος με εκρηκτικα και οση ωρα τον κοιτας και σε κοιτα εγω αναρωτιεμαι αν η γεφυρα θα αντεξει ας συγχωρεσει καποιος τα λαθη μου για να μπορεσω να πεσω για υπνο λες μ’αγαπας μα θες να πεσεις απ’τη γεφυρα λεω σ’αγαπω και με μια κίνηση σε ριχνω μου χες ζητησει να γραψω ένα τραγουδι για σενα αλλα να μη μιλαει για θανατο μ’αυτό δε γινεται μωρο μου αυτό δε γινεται Σου χω φυλαξει μια ιστορια κρυμμενη σε μια παλια φωτογραφια μας θα στη χαρισω για να θυμασαι πως αυτή η ιστορια είναι η ιστορια μας και θα σου λεω παραμυθια τις νυχτες για να κοιμασαι πιο ευκολα αλλα μονη σου θα καταρρέουν οι λεπτοδεικτες και γω θα σβηνω όταν θα σβηνει κ η οθονη σου και θα φωναζω το ονομα σου όταν θα χυνω το κρασι μου στο καινουριο σου φουστανι και όλα οσα ηθελες θα προσπαθω να γινω,μα δε θα φτανει να μη ξεχασω να σου γραψω ένα τραγουδι που να μιλαει για ερωτα και θαλασσα κι ας είναι ψεμματα κι ας μη τα ζησω κι ας είναι ψεμματα θα προσπαθησω θα προσπαθησω να σου γραψω ένα τραγουδι που να μιλαει για ερωτα και θαλασσα για να τα’κους και να θυμασαι αυτά που εφτιαξες για να τα’κουω και να θυμαμαι αυτά που χαλασα εσεις οι ανθρωποι προσπαθειτε να μπειτε συνεχεια ο ενας στο μυαλο του αλλου και τα καταφερνετε μα δε καταλαβαινετε πως αν αντι να προσπαθειτε να σπασετε την πορτα του απεναντι ανοιγατε την δικια σας θα φτανατε στο ιδιο αποτελεσμα και θα γλιτωνατε δυο σπασμενες πορτες αλλα από την άλλη που να ξερω κι εγω ισως οι σπασμενες πορτες να σας φαινονται ενδιαφερουσες μαρεσει να παιζω με το μυαλο σου να κανω το λαθος να μοιαζει δικο σου και ενώ σε κοιταω από μεσα να ακους τη φωνη μου να λεει συγκεντρωσου προβαλλομαι πανω σου μα δε πτοείσαι ( ? ) Για δυο εκατοστα κ είναι λαθος με παιρνεις χαμπαρι γι αυτό παραδινομαι και που να παρει, ειμαι ολος δικος σου ριξε το ζαρι να δουμε ποιος απ’τους δυο θα πεθανει και ποσες φορες σταματα να κλαις ηταν απλα θεμα χρονου να ερθει η σειρα σου σου κανω τη χαρη και παιρνω τη θεση σου όπως την πηρα και χθες αφου να πεθαινω για σενα συνηθησα αρχισε πια να μ’αρεσει φαντασου κοντα σου εχω αφησει κρυμμενα ένα περιστροφο και ένα βιβλιο καποιοι το λενε παιχνιδι μα εγω δε νομιζω πως θα διασκεδασεις ακου πως παιζεται εισαι εσυ εναντια στην υπαρξη και αυτά είναι τα οπλα σου και ο μονος κανονας διαλεξε ένα από τα δυο και ετοιμασου να χασεις μη με κοιτας ο χρονος τελειωνει και αυτό το παιχνιδι το εχουνε παιξει πολλοι και αν χρειαζεσαι μια συμβουλη απλα μη φοβασαι κ ειπες καταλαβες τωρα πως νιωθω και ομως δε πεθανα για να ξεχασεις πεθανα για να μπορω να σου δωσω εστω κατι που θα αξιζε να το θυμασαι
Speechless απλα
Αυτόματη ένωση συνεχόμενων μηνυμάτων: 28 Δεκεμβρίου 2021
Μου το θυμισες Ατσαλένιος λαιμόςΠανοπλία.
Σ'όλο το σώμα,
πανοπλία.
Κλειστή, κλεισμένη
από πάνω
ως
κάτω.
Σφαλισμένα όλα,
τα μάτια,
τα χείλη,
τα δόντια,
τα σαγώνια, κλειδωμένα.
Χτισμένα όλα
μ'ατσάλι.
Οι μηροί μου
και τα πόδια μου, ενωμένα σφιχτά μεταξύ τους.
Πανοπλία.
Την έχτισα,
κομμάτι-κομμάτι.
Όποτε μου έκλεβαν κάτι σαρκικό ,
όποτε τραυμάτιζαν κάτι δικό μου
κι όποτε μου πλήγωναν το δέρμα,
φύτρωνα εγώ
το ατσάλι.
Ατσάλι,
πάνω στα σημεία τα λαβωμένα από επαφή.
Έτσι ,
που όλη γέμισα ατσάλι.
Κι έγινα,
ασημένια θαρρείς,
και δύσκαμπτη,
κι αδιαπέραστη έγινα
και
μόνη.
Άφησα
ένα μικρό-μικρό κομμάτι -όμως- ακάλυπτο
Ένα μικρό κομμάτι δέρμα, ν'ανασαίνει.
Εκεί, σ'ενα μικρό σημείο στον λαιμό μου,
πάνω σε μια φλέβα κατακκόκινη, γεμάτη αίμα.
Είχα αφήσει ενα μικρό σημείο ,
να πάλεται και ν'ανασαίνει ελεύθερα.
Κι ήρθες εσύ.
Κι ήρθες εσύ,
και το φιλάς,
και πάλι παίρνεις.
Και θαρρείς, πως ξεκόλλησε το δέρμα,
κι έμεινε όλο στα χείλη σου απάνω.
Το πήρες μαζί σου,
σουβενίρ,
από το μουσείο πόνου
που ειναι -πλέον- το κορμί μου.
Είχα αφήσει , μια χαραμάδα, να μπαίνει ζωή,
και την έκλεισες.
Όχι,
εγώ την μπάλωσα κι αυτή.
Εσύ απλά ,
πήρες.
Και, ξέρεις,
πιο πολύ δε πονάει που μου ξεκόλλησες το δέρμα,
δε πονάει το μάτωμα,
ούτε το μπάλωμα από το ατσάλι θα πονέσει,
κι ας τρέχει αίμα απ'τη φλέβα που ξεσκέπασες…
Πιο πολύ πονάει
που εσύ, θα συνεχίσεις να ζεις,
μ'ένα κομμάτι του λαιμού μου πάνω στα χείλια σου.
Και θα φιλάς άλλους λαιμούς,
και θα μπλεχτώ με πόνους άλλων,
και δε θα είμαι
ποτέ
πια
κάτι
το
μοναδικό.
Μόνο,
μια ασημένια πανοπλία
χωρίς άνθρωπο μέσα.
(
https://lilathanasiou.tumblr.com/ )