Είμαι κορίτσι από σπίτι, με αγγλικά, γαλλικά και πιάνο, μα αφού η άτιμη η κοινωνία με έφερε να εργάζομαι ξημέρωματα παρέα με το Βάγγο το Φλώκο, θα υποκύψω και στο τζόγο. Ένα παιχνίδι πού και πού, δε μας καθιστά και εθισμένους.
Άλλωστε, εγώ έχω βγάλει και μια ρημαδοσχολή, θα τον καταφέρω το Βάγγο. Καθότι πιο έξυπνη και πονηρή (βλ. γυναίκα), εκμεταλλεύομαι το γεγονός πως με αφήνει να διαλέξω ποιος παίζει πρώτος. Και φυσικά, βάση ιδεολογίας (βλ. φεμινίστρια) θα παίξω εγώ!
Ο Βάγγος δε φαίνεται να προβληματίζεται και ιδιαίτερα (βλ. μπουνταλάς). Οπότε αρχίζω εγώ να προβληματίζομαι για το πού θα βάλω το πιάτο μου. (Μα ποιος είναι επιτέλους αυτός που τα πλένει κι είναι γεμάτα λάδια; Ίου δηλαδή, τα νύχια μου!)
Με τα πολλά, επειδή βαριέμαι να ψάχνω ανάμεσα στα άπειρα πιθανά σημεία, διαλέγω το πιο εύκολο από αυτά και βάζω το λιγδιασμένο πιάτο μου στη μέση του τραπεζιού. Ο Βάγγος - Φλώκος - μπουνταλάς, που ακόμα δεν έχει πάρει χαμπάρι τί συμβαίνει, πιάνει ένα άλλο πιάτο και το βάζει πάνω στο τραπέζι.
Και κάπου εδώ το παιχνίδι γίνεται βαρετό. Γιατί για κάθε πιάτο που αυτός θα βάζει επάνω, εγώ εκμεταλλεύομαι τη φοβερή και τρομερή ιδιότητα του τραπεζιού (βλ. κέντρο συμμετρίας) και τοποθετώ το δικό μου (πάντα όμοιο με το δικό του) πιάτο στο αντιδιαμετρικό σημείο του τραπεζιού.
Κι έτσι στο τέλος ο Βάγγος χάνει, παρόλο που ήταν σίγουρος πως θα με κατατρόπωνε (βλ. είμαι άντρας και γ@μ@ω). Κι εγώ την επόμενη μέρα καταλήγω να πλένω τα πιάτα, καθότι τη στιγμή που ο θείος του Φλώκου και αφεντικό μου με απολύει, έχω τη φαεινή ιδέα να δηλώσω πως τα πιάτα είναι μες στη βρώμα.