Βρες τον στίχο

Άγγιξέ με ζάλισέ με πάρε με ψηλά
φίλησέ με τύλιξέ με στα χέρια σου ζεστά
κι ας το πούμε κι ας ορκιστούμε κάθε μας βραδιά
όσο ζούμε να ξαναζούμε την πρώτη μας φορά
 
Ζούμε τις μικρές μας ιστορίες
στο κέντρο και τις συνοικίες
όνειρα μεθυσμένα σχέδια ματαιωμένα
τηλέφωνα απεγνωσμένα
 
Γυρεύω να 'ρθεις στη θύμηση μου
σ' αυτά που αγάπησες σε ξαναζώ
Σ' αυτά που σου 'δωσα και ήταν λίγα
σ' αυτά που πήρα και σ' ευχαριστώ
 
Εγώ σ’ ευχαριστώ
Που κολυμπάω στο βυθό σου
Σαν κύμα φτάνω ως το λαιμό σου
Εγώ σ’ ευχαριστώ
Και ας πνιγώ για το καλό σου
 
Θα σβήσω το φως κι όσα δε σου χω χαρίσει
σε ένα χάδι θα σου τα δώσω.
κι ύστερα πάλι θα σε προδώσω,
μες στου μυαλού μου το μαύρο βυθό.
 
Πάλι
ότι προλάβαμε και ζήσαμε
και όλα αυτά που ψιθυρίσαμε
σημάδεψε και ρίξε στο κεφάλι
Πάλι
 
Ζηλεύει η νύχτα κάτι απ' το φως της έχεις πάρει
στρέφεις το βλέμμα ψηλά κι ανάβει το φεγγάρι
έξω απ' το χρόνο γύρω σου ακίνητα τοπία
χορεύεις μόνη μέσα σε μια φωτογραφία
 
Και πάντα θα βρισκόμαστε
πότε στη γη
και πότε στο φεγγάρι,
να φεύγουμε, να ερχόμαστε,
να σπάμε, να ενωνόμαστε
ξανά από την αρχή και πάλι

Να τραγουδάμε δυνατά
με μια πελώρια φωτιά μες το κεφάλι
ξανά από την αρχή και πάλι…

Ο χρόνος είναι ένα θλιμμένο καρναβάλι
 
Πότε Βούδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας
έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι
έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι
πότε Βούδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας
 
Διπλό παιχνίδι παίζεις στη ζωή μου,
παιχνίδι που το ξέρεις μόνο εσύ.
Πως θέλεις να κερδίσω όταν βλέπω
ποιος είναι ο χαμένος εξ’ αρχής;
 
Με παιδεύεις
κι όλο παίζεις και γελάς
μου θυμώνεις
και δε θες να μου μιλάς
Όταν σ' αρέσει
ξαφνικά με αγαπάς
με πληγώνεις
μα κοντά σου με κρατάς
Δε μ' αγαπάς,
δε μ' αγαπάς


 
Σου γράφω πάλι από ανάγκη
η ώρα πέντε το πρωί
το μόνο πράγμα που 'χει μείνει
όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ
Τι να τις κάνω τις τιμές τους
τα λόγια τα θεατρικά
μες στην οθόνη του μυαλού μου
χάρτινα είδωλα νεκρά
Να μ' αγαπάς
Όσο μπορείς να μ' αγαπάς
Να μ' αγαπάς
Όσο μπορείς να μ' αγαπάς
 
Τα λόγια ήτανε καλά
καλά και τιμημένα
μαλαματένιος ο σταυρός
χωρίς καδένα
 
Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες
μες τα μαλάματα μια νύφη ξαγρυπνά
κι έχει στ’ αυτιά της κρεμασμένες τις Κυκλάδες
κι ειν’ το κρεβάτι της λημέρι του φονιά
 
Χρυσή κλωστή και βελονιά
ποιος θα δικάσει το φονιά
αυτόν που σ’ έκανε να κλαις
για αμαρτίες μου παλιές
 
Μ’ έκανες και χώρισα κι εσ’ ήσουν η αιτία
και τώρα μένω μες στους πέντε δρόμους,
πολύ με αγανάκτησες σε τέτοια απελπισία,
δεν θέλω για να βλέπω πια ανθρώπους,
πολύ με αγανάκτησες σε τέτοια απελπισία,
δεν θέλω για να βλέπω πια ανθρώπους,
 
Κάτι κρύβεις μέσα στην καρδιά σου
το διαβάζω, το βλέπω στη ματιά σου
Μήπως με βαρέθηκες, να φύγω;
μη με κάνεις να πεθαίνω λίγο-λίγο
 
Θα σου φύγω, σ' το 'χα πει
θα σου φύγω και γέλαγες εσύ
πριν μ'αφήσεις σημάδια
και τα όνειρα άδεια
Θα σου φύγω, σ' το 'χα πει
 
Back
Top