Αυτή η «Βλαμμένη μπάλα που με κυνηγάει», κατά τον μικρό Νεαρό, πάντα μου φάνηκε ολίγον περίεργη.
Ακάθεκτη εκεί, συνεχίζει το ταξίδι της, τη νύχτα είναι εκεί και με κοιτάει, σα συντροφιά όταν πιάνει η βραδινή λήθη και θλίψη.
Πότε μου δε κάθισα να την κοιτάξω όσο κάθομαι τα περασμένα 10 λεπτά. Και τώρα που κάθομαι, όλο και πιο περίεργη μου φαίνεται.
Προ πολλών ετών, όντας παιδάκι, το κοιταζα πάνω στο μηχανάκι και στο αμάξι που με ακολουθούσε. Δεν ήξερα τι ήτανε, δεν ήξερα γιατί δε με αφήνε ήσυχο. Μεθυστικό όμως, και γαλήνιο ήτανε στα βρεφικά μου μάτια.
Προ 3 ετών, σε νησί. Κοίταζα πάνω, το έβλεπα, αδιάφορο μου ήταν, όπως τις άλλες φορές. Πήρα κυάλια και είδα πιο καλά τις γραμμώσεις, τις λεπτομέρειες, τις περιοχές. Το ξέχασα
Προ 2 ετών έγραφα για ετούτο σε σημειωματάριο. Δεν μου άρεσε. Το κιτρινωπό φως, διάχυτο μες το σαλόνι με έκανε να νιώθω περίεργα, ίσως και θλιμμένα. Σήμαινε το τέλος του καλοκαιριού, το τέλος της ξεγνοιασιάς των διακοπών και επιστροφή στα θρανία.
Πέρσυ, υπό την επήρεια παυσίπονων και θολωμένος από το τραύμα, στην κλινική ήταν το μόνο που είχα δίπλα μου. Και τότε το είδα ως μια οντότητα διάφορη του "Έφτασε η νύχτα. Απλώθηκε το σκοτάδι". Το είδα σαν, ναι, ήρθε η νύχτα, αλλά εγώ είμαι εδώ να την σπάσω. Και μεταξύ των υπνων που έριχνα και τους πόνους, ο χρόνος πέρασε, σημειώνοντας κάθε στιγμή, κάθε νύχτα, ανά ώρα τη θέση του στον ουρανό.
Φέτος, το είδα πάλι. Με κοίταξε κατάματα σα να μου γνέφει «Μπράβο... Τα κατάφερες, σε καμαρώνω.», πιο φωτεινό και πιο σαγηνευτικό με αυτόν τον όμορφο δακτύλιο του από τα σύννεφα.
Συνειδητοποίησα πλέον ότι αυτό θα είναι εδώ για μένα, να με ακούει, να με βλέπει, όταν οι άλλοι έχουν φύγει, μαζί με τον εαυτό μου.
Και έχω το χρέος να το κάνω υπερήφανο. Τόσο εμμονα που με βλέπει και με τόση συνέπεια, στην ώρα του.
Και αυτό θα κάνω. Γιατί πλέον το φεγγάρι δε σημαίνει για μένα μια λήξη, αλλά μια νέα αφετηρία. Μια νέα έναρξη, μια νέα αρχή.
Ξεκινάμε λοιπόν...
Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας.