Η νυχτα επεσε στο Παλερμο. Οι πολιτες γνωριζαν καλα πως αυτή η νυχτα δεν θα ηταν σαν τις αλλες. Μια κραυγη και μετα τιποτα. Κανεις δεν τολμησε να βγει απο το σπιτι του εκεινο το βραδυ. Εμειναν μεσα φοβισμενοι περιμενοντας την αυγη. Δεν μιλησαν... δεν κοιμηθηκαν.
Το πρωινο ηταν ομορφο, η μερα ζεστη. Μια βαρια μυρωδια αναδυοταν ομως στην ατμοσφαιρα. Στην πλατεια βρεθηκε ενας μπαλτας πνιγμενος στο αιμα και παραδιπλα μια επιστολη.
Μια θαρραλεα εκανε την κινηση να την ανοιξει: "Θα βρειτε τα κομματια του σκορπισμενα στην πολη. Ειναι οσα και τα γραμματα του ονοματος του". Αρχισε να μετρα με τρεμαμενα χερια. Ενα, δυο, … σταματησε στα εφτα. Γουρλωσε τα ματια και ξεσπασε σε λυγμους.