Θα βγάλω το γκλοπ, το γκλοπ, το γκλοπ μου το σπαστό
θα στο σπάσω στο κεφάλι κι ύστερα θα πα να ασπαστώ
Στην εκκλησιά στην εκκλησιά, θα πα να ασπαστώ
με το γκλοπ, με το γκλοπ, το γκλοπ μου το σπαστό
Σαν θα ρωτήσει ο παπάς γιατί βαστώ ματσούκι
θα τονε πω πως έσπασα κεφάλι από μπουμπούκι
Μπουμπούκι ξεμπουμπούκιαστο και μοσχαναθρεμμένο,
τριγύριζε στο κοπάδι μου, στητό και ξαναμμένο
Τη γίδα τη μελιτζανιά, προσπάθησε να καβαλικέψει
μα δεν γνώριζε πως βούρδουλα γύρευε να χωνέψει
Κι έτσι το γκλοπ, το γκλοπ, το γκλοπ μου το σπαστό
κεφάλι άνοιξε, μυαλό του έβαλε, για δεν ήξερε Χριστό.
(Η Βαλντέρια Ανθολογία ενός γιδοβοσκού με γκλοπ)