Γνωμικά, Παροιμίες & Διδακτικές Ιστορίες!

Εδώ μπορείτε να βρείτε γνωμικά διάσημων ή και άσημων ανθρώπων, παροιμίες κυρίως ελληνικές, διδακτικές ιστορίες, έως και... γνωμικά των μελών του e-steki!
Μην διστάσετε να προσθέσετε κι εσείς γνωμικά που σας έχουν σημαδέψει ή ακόμα και δικής σας επινόησης!
Enjoy!

Βρες Γνωμικά

Μια απίστευτη ιστορία αγάπης που ήρθε από την Κίνα πρόσφατα κατάφερε να αγγίξει τον κόσμο. Είναι η ιστορία ενός άνδρα και μιας γυναίκας μεγαλύτερης ηλικίας που έφυγαν για να ζήσουν και να αγαπούν ο ένας τον άλλο σε συνθήκες ειρήνης για πάνω από μισό αιώνα.

Πάνω από 50 χρόνια πριν,ο Liu Guojiang ένα 19χρονο αγόρι, Ερωτεύτηκε μια 29 ετών χήρα μητέρα που ονομάζεται Xu Chaoqin .. Με μια εξέλιξη αντάξια του Σαίξπηρικού Ρωμαίου και Ιουλιέτα, φίλοι και συγγενείς επέκριναν τη σχέση, λόγω της διαφοράς ηλικίας και του γεγονότος ότι ήδη είχε παιδιά.
Την εποχή εκείνη, ήταν ανήθικο και απαράδεκτο για έναν νεαρό να αγαπά μια μεγαλύτερη γυναίκα ..
Για να αποφύγουν τα κουτσομπολιά και την περιφρόνηση των κοινοτήτων τους, το ζευγάρι αποφάσισε να δραπετεύσει και να ζήσει σε μια σπηλιά στην Jiangjin στη Νότια Τσονγκίνγκ.
Στην αρχή, η ζωή ήταν σκληρή, δεν είχαν τίποτα, ηλεκτρικό ή ακόμη και τρόφιμα. Έπρεπε να τρέφονται με χορτάρι και ρίζες που έβρισκαν στο βουνό, και ο Λιού έκανε μια λάμπα κηροζίνης που χρησιμοποιούσαν για να φωτίζουν τη ζωή τους.
Η Xu θεώρησε ότι είχε εγκλωβήσει τον Liu και επανειλημμένα τον ρωτούσε, «Μήπως είσαι θλιμμένος;
Ο Liu πάντα απάντούσε, «Όσο είμαστε εργατικοί, η ζωή θα βελτιώνεται».
Στο δεύτερο έτος της ζωής τους στο βουνό, ο Liu άρχισε και συνέχισε για πάνω από 50 χρόνια, να λαξεύει με το χέρι του σκαλοπάτια, έτσι ώστε η γυναίκα του να μπορεί να κατεβαίνει το βουνό εύκολα.
Μισό αιώνα μετά, το 2001, μια ομάδα εξερευνητών εξερευνούσαν το δασος και εξεπλάγησαν όταν βρήκαν το ζευγάρι των ηλικιωμένων και πάνω από το 6000 χειροποίητα σκαλοπάτια .
Ένα από τους επτά τους παιδιά είπε: «Οι γονείς μου αγαπούν πολύ ο ένας τον άλλον. Εχουν ζήσει στην απομόνωση για πάνω από 50 χρόνια και ποτέ δεν ήταν χωριστά έστω και για μία μόνο ημέρα. Ο πατέρας μου έχει σκαλίσει πάνω από 6.000 σκαλοπάτια με τα χέρια του στο πέρασμα του χρόνου για την άνεση της μητέρας μου, αν και δεν κατεβαίνουν το βουνό τόσο πολύ ».
Το ζευγάρι είχε ζήσει ειρινικά για 50 χρόνια μέχρι τον Ιούλιο του 2008.
Ο Liu, 72 χρόνων, επέστρεψε από τις καθημερινές γεωργικές εργασίες και κατέρρευσε.
Η Xu κάθησε και προσευχήθηκε με τον σύζυγό της καθώς ξεψύχησε στα χέρια της. Τόσο πολύ αγαπούσε την Xu ο Liu, ώστε κανείς δεν ήταν σε θέση να αποδεσμεύσει τα χέρια του από την σύζηγο του ακόμη και μετά τον θάνατο του.
Μου υποσχέθηκες ότι θα με φροντίζεις, ότι θα είσαι πάντα μαζί μου μέχρι να πεθάνω, τώρα έφυγες πριν από εμένα, πώς θα ζήσω χωρίς εσένα; ”
Η Xu επι ημέρες επαναλάμβανε αυτή την φράση και άγγιζε με το μαύρο φέρετρο του σύζυγου της με δάκρυα στα μάτια.

Το 2006, η ιστορία τους έγινε μία από τις 10 πρώτες ερωτικές ιστορίες από την Κίνα. Η τοπική κυβέρνηση αποφάσισε να διατηρήσει την αγάπη τους και τον τόπο όπου έζησε ως μουσείο, οπότε και αυτή η ερωτική ιστορία μπορεί να ζήσει για πάντα.
- Αληθινή ιστορία αγάπης από την Κίνα
Η Αυτογνωσία δηλώνεται από το Μαντείο των Δελφών ως η έξοχη γνώση. Πώς μπορεί να επιτευχθεί; Υπάρχει μια ιστορία Ζεν που έχει κάτι να μας διδάξει.

Ο Ναν-ιν, ένας Γιαπωνέζος δάσκαλος της περιόδου Μεϊτζί (1868-1912) δέχθηκε ένα καθηγητή πανεπιστημίου που ήλθε να ρωτήσει για το Ζεν.
Ο Ναν-ιν σέρβιρε τσάι. Γέμισε το φλιτζάνι του επισκέπτη του και μετά συνέχισε να χύνει τσάι.
Ο καθηγητής παρατηρούσε το ξεχείλισμα μέχρι που δεν μπορούσε πια να κρατηθεί: «Έχει ξεχειλίσει. Δεν χωρά άλλο!», φώναξε. «Σαν κι αυτό το φλιτζάνι» - είπε ο Ναν-ιν – «είσαι γεμάτος με τις δικές σου γνώμες και εικασίες. Πώς μπορώ να σου δείξω το Ζεν αν δεν αδειάσεις πρώτα το φλιτζάνι σου;»
(Zen Flesh, Zen Bones)

Το θέμα πρέπει να προσεγγιστεί με ανοικτό και ατάραχο νου. Η απόκτηση της αυτογνωσίας δεν είναι μονάχα θέμα θεωρίας ή απόψεων. Είναι επίσης θέμα οντότητας. Όταν είμαστε σε πλήρη ανάπαυση, χωρίς οποιεσδήποτε επιθυμίες ή σκέψεις να ταράζουν το νου, μπορούμε να αποκτήσουμε μια αίσθηση κάτι που είναι αιώνιο, ολότελα πέρα από τη συνηθισμένη εμπειρία.
- Πως επιτυγχάνεται η Αυτογνωσία
Υπήρχε ένα σμήνος κορακιών. Το ένα από αυτά ήταν δυνατό, έξυπνο και όμορφο, έτσι το έκαναν αρχηγό τους. Αυτός ο βασιλιάς των κορακιών αισθανόταν περήφανος για τα κατορθώματά του και υποτιμούσε τα άλλα δημιουργήματα.

Μια μέρα εμφανίστηκε ένας νεαρός κύκνος. Τα κοράκια μαζεύτηκαν γύρω του και τον ρώτησαν αν γνώριζε για τους μεγάλους άθλους του βασιλιά τους. Αυτός παραδέχθηκε την άγνοιά του και ζήτησε να δει το βασιλιά τους. Ο βασιλιάς των κορακιών εμφανίστηκε και ρώτησε τον κύκνο για τους διάφορους τύπους πετάγματος. Ο κύκνος, στην απλότητά του, είπε ότι γνώριζε μονάχα ένα τύπο.

Ο βασιλιάς των κορακιών τότε ξεκίνησε μια επίδειξη των εκατό και ένα τρόπων πετάγματός του. Αφού εκτέλεσε τους ακροβατισμούς του, ζήτησε να δει την τέχνη του κύκνου. Ο νεαρός κύκνος απογειώθηκε με το χαριτωμένο, απαλό και φυσικό πέταγμά του και όπως συνήθιζε, αύξησε την ταχύτητά του μονάχα σταδιακά. Επειδή ο κόρακας ήταν μικρός και γοργός, πέταξε γρήγορα και αφού συνειδητοποίησε ότι ο κύκνος έμεινε πίσω, επέστρεψε για να τον χαροποιήσει. Ο κύκνος σταδιακά αύξησε την ταχύτητά του και πριν περάσει λίγη ώρα, ο κόρακας κουράστηκε και έτρεμε και τελικά έπεσε στη θάλασσα. Ο κύκνος κατέβηκε και έσωσε το κοράκι και το βοήθησε να επιστρέψει στο σμήνος του. Το κοράκι τότε ντράπηκε για την αλαζονεία του και ευχαρίστησε τον κύκνο για τη μετριοπάθεια και τη μεγαλοψυχία του.

Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι ο κύκνος ζούσε μια φυσική ζωή, ενώ το κοράκι ήταν απασχολημένο με περιαυτολογία, ακροβασίες, φλυαρία και εξυπνάδες.
Η έσχατη ευτυχία πηγαίνει σε εκείνους που ζουν μια φυσική και απλή ζωή, σε αρμονία με τους νόμους και τη βούληση του Δημιουργού, παρά στους εξυπνάκιες και τους αυθάδεις που σπαταλούν ενέργεια σε μηδαμινές ασχολίες και περνούν τη ζωή τους με μια απατηλή εικόνα για τον εαυτό τους.
- Ο κύκνος και το κοράκι
Κάποια μέρα ένας άνθρωπος είδε το κουκούλι μιας κάμπιας,
στο οποίο υπήρχε μία χαραμάδα από την οποία προσπαθούσε να βγεί μια μικρή πεταλούδα....
Περνούσε όμως ο καιρός και η πεταλούδα αδυνατούσε να ανοίξει την χαραμάδα για να βγει...
Έτσι ο άνθρωπος αποφάσισε να την βοηθήσει.Με τον σουγιά του άνοιξε την χαραμάδα και η πεταλούδα αμέσως βγήκε...
Αλλά το κορμάκι της ήταν αδύνατο,τα φτερά της βαριά και η πεταλούδα μπορούσε να κινηθεί με μεγάλη δυσκολία...
Ο άνθρωπος την παρακολουθούσε πιστεύοντας πως σε λίγο θ'άνοιγε τα φτερά της για να πετάξει...όμως τίποτα δεν έγινε...η πεταλούδα συνέχισε να σέρνει το κορμί της και να κουβαλάει τα φτερά της..
Και όλα αυτά έγιναν γιτί ο άνθρωπος θέλοντας να την βοηθήσει,δεν κατάλαβε ότι η πεταλούδα
έπρεπε να δυσκολευτεί γιατί μόνο τότε η δύναμη θα απλωνόταν σε όλο το κορμί της και στα φτερά της.
Η ίδια η ζωή ανάγκαζε την πεταλούδα να προσπαθεί
και να αποκτήσει δυνάμεις που θα της επέτρεπαν
να σπάσει το κουκούλι και να βγει να πετάξει.

Η ζωή φέρνει πάντα δυκολίες....Εάν η ζωή ήταν μια συνεχιζόμενη λιακάδα θα μετατρεπόταν σε έρημο...
έτσι είναι η ζωη...
Γι'αυτό όταν ζητάς δυνάμεις η ζωή δίνει δυσκολίες για να γίνεις πιο δυνατός...
Όταν ζητάς σοφία η ζωή σε γεμίζει με προβλήματα για να τα λύσεις

Η ζωή μπορεί να μην σου δίνει όλα αυτά που θα ήθελες
αλλά σου δίνει όλα τα απαραίτητα για ν'αποκτήσεις αυτά που χρειάζεσαι!
- Η ζωή της πεταλούδας
[...]
"Λοιπόν, Ερυξίμαχε" είπε ο Αριστοφάνης "πράγματι έχω σκοπό να μιλήσω κάπως διαφορετικά απ' ό,τι και συ και ο Παυσανίας μιλήσατε. Έχω δηλαδή τη γνώμη, ότι η ανθρωπότητα δεν έχει αντιληφθεί καθόλου τη σπουδαιότητα του Έρωτος. Αν την εννοούσαν, θα κατασκεύαζαν προς τιμήν του μεγαλοπρεπέστατα ιερά και βωμούς και θα προσέφεραν πολύ λαμπρές θυσίες. Όχι όπως τώρα, που δεν γίνεται προς τιμήν του τίποτε, ενώ έπρεπε πρώτα απ' όλα να γίνεται. Διότι μεταξύ των θεών είναι ο μεγαλύτερος φίλος του ανθρώπου, αφού είναι βοηθός των ανθρώπων και ιατρός για όλα εκείνα, με την θεραπεία των οποίων θα υπήρχε υψίστη ευδαιμονία στο γένος των ανθρώπων. Θα προσπαθήσω λοιπόν εγώ να σας παρουσιάσω τη σημασία του και σεις πάλι γίνετε διδάσκαλοι των άλλων.

Πρωτίστως πρέπει να καταλάβετε καλά την φύση του ανθρώπου και τις περιπέτειές της. Παλαιά δηλαδή ο οργανισμός μας δεν ήταν ο ίδιος, όπως τώρα, ήταν διαφορετικός. Πρώτα πρώτα τα φύλα των ανθρώπων ήταν τρία, και όχι όπως σήμερα δύο, αρσενικόν και θηλυκόν. Υπήρχεν ακόμη και ένα τρίτο, αποτελούμενο απ' αυτά τα δύο. Το όνομά του μένει ακόμη, το ίδιο όμως έχει εξαφανισθεί: το ανδρόγυνο. Ήταν τότε ένα ξεχωριστό φύλο, και συνδύαζε και στην εμφάνιση και στο όνομα τα δύο άλλα, το αρσενικό και το θηλυκό. Τώρα δεν υπάρχει παρά μόνον σαν λέξη και χρησιμοποιείται σαν ύβρις. Έπειτα ολόκληρος ο κορμός του κάθε ανθρώπου ήταν στρογγυλός και είχε ολόγυρα ράχη και πλευρές. Είχε τέσσερα χέρια και άλλα τόσα σκέλη και δύο πρόσωπα επάνω σ' ένα λαιμό κυλινδρικό, όμοια και απαράλλακτα, που έβλεπαν προς αντίστροφη κατεύθυνση το καθένα, και ένα κρανίο επάνω από τα δύο πρόσωπα, και αυτιά τέσσαρα και διπλά γεννητικά όργανα και όλα τ' άλλα, όπως θα μπορούσε κανείς επί τη βάσει αυτών να φαντασθεί. Μετεκινείτο δε όχι μόνον όρθιο, όπως τώρα, αν ήθελε προς την μία ή προς την αντίθετη διεύθυνση. Αλλά, όποτε αποφάσιζε να τρέξει γρήγορα, όπως οι ακροβάτες γυρίζουν τα πόδια προς τα επάνω σαν τροχός και κάνουν τούμπες, έτσι και τότε στηρίζονταν και στα οκτώ τους άκρα και μετακινούνταν πολύ γοργά περιστροφικά.

Ο λόγος τώρα που ήσαν τρία τα φύλα και είχαν αυτή την εμφάνιση, είναι διότι το αρσενικό ήταν αρχικά γέννημα του ηλίου, το θηλυκό της γης, το ανάμεικτο της σελήνης. Αφού και η σελήνη αποτελείται και από τα δύο. Περιφερικά πάλι ήσαν και αυτά και ο τρόπος της μετακινήσεώς των, διότι ομοίαζαν με τους προγόνους τους. Η σωματική τους δύναμη και η αντοχή τους ήταν τρομερά, και είχαν απέραντη έπαρση. Τα έβαλαν μάλιστα με τους θεούς. Αυτό που διηγείται ο Όμηρος για τον Ώτο και τον Εφιάλτη, αναφέρεται σε εκείνους κυρίως: τόλμησαν να κατασκευάσουν ανάβαση προς τον ουρανό για να κτυπήσουν τους θεούς.

Ο Ζευς τότε σκεπτόταν με τους άλλους θεούς, τι να τους κάμουν, και δεν εύρισκαν λύση. Να τους σκοτώσουν και με τους κεραυνούς να εξαφανίσουν το γένος τους, όπως τους Γίγαντες, δεν τους φαινόταν σωστό. Η λατρεία τότε και οι θυσίες των ανθρώπων θα χάνονταν. Ούτε πάλι να τους ανέχονται ν' ασχημονούν. Τέλος ύστερ' από πολλά είχε ο Ζεύς μια έμπνευση και τους λέγει:
"Έχω, μου φαίνεται, ένα μέσον, ώστε και να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και να παραιτηθεί από την αυθάδειά της: να γίνουν ασθενέστεροι. Προς το παρόν" είπε "θα τους κόψω σε δύο μέρη τον καθένα. Έτσι θα γίνουν αφ' ενός μεν ανίσχυροι, αφ' ετέρου δε χρησιμότεροι για μάς, αφού θα είναι αριθμητικώς περισσότεροι. Θα περπατούν δε ορθοί με τα δύο πόδια. Αν όμως αποδειχθεί ότι εξακολουθούν να είναι ανυπότακτοι και δεν θέλουν να καθίσουν ήσυχα, δεύτερη φορά", είπε, "θα τους χωρίσω και πάλι στα δύο, ώστε να περπατούν με το ένα σκέλος, σαν να παίζουν κουτσό".
[...]
- Συμπόσιο, Πλάτων
Μερικές φορές αναρωτιόμαστε: τί έκανα για να το αξίζω αυτό;

Γιατί ο Θεός επέτρεψε να μου συμβεί αυτό;

Εδώ είναι η εξήγηση…
Μια κόρη λέει στη μητέρα της, πως όλα της πηγαίνουν στραβά.
Μπορεί να έγραψε χάλια στο διαγώνισμα των Μαθηματικών,
…Ο φίλος της να την άφησε… για την καλύτερη φίλη της.
Σε τέτοιες δύσκολες ώρες, μια καλή μητέρα ξέρει καλά τί χρειάζεται για να παρηγορήσει την κόρη της… Λέει : “Θα φτιάξω ένα υπέροχο κέικ!” , την αγκαλιάζει και πάνε στην κουζίνα, ενώ η κόρη κάνει προσπάθεια να χαμογελάσει.
Καθώς η μητέρα ετοιμάζει τα σκεύη και τα υλικά, η κόρη κάθεται απέναντί της στον πάγκο. Η μητέρα ρωτά,
“Γλυκιά μου, θα ήθελες ένα κομμάτι κέικ;”
Η κόρη απαντά, “Φυσικά, μαμά! Ξέρεις ότι μου αρέσει πολύ!”
“Εντάξει…”
λέει η μητέρα,
“Πιες λίγο λάδι!” Εκπληκτη η κόρη απαντά,
“Τί;!; Με τίποτα!!!”
“Tί θα έλεγες για δυο ωμά αυγά;”
Η κόρη απαντά, “Με δουλεύεις;”
“Λιγάκι αλεύρι;”
“Όχι μαμά! Θα με πιάσει η κοιλιά μου!”
Η μητέρα λέει,
“Όλα αυτά τα υλικά είναι άψητα και έχουν άσχημη γεύση, αλλά αν τα βάλεις μαζί
και τα ψήσεις…
…Φτιάχνουν ένα υπέροχο κέικ!”
Ο Θεός εργάζεται με τον ίδιο τρόπο.
Όταν αναρωτιόμαστε, γιατί μας υποχρεώνει να περνάμε δυσκολίες,
δεν αντιλαμβανόμαστετο πού θα μας βγάλουν ή τί θα μας φέρουν.
Μόνο Εκείνος γνωρίζει
και ΔΕΝ μας αφήνει να πέσουμε.
Δεν χρειάζεται να αρκεσθούμε στα ωμά υλικά:να του έχουμε εμπιστοσύνη…
και θα δούμε να βγαίνει από αυτά, κάτι που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε !

Ο Θεός μας αγαπάει τόσο πολύ…
Μας στέλνει λουλούδια κάθε άνοιξη…
…Ανατέλλει τον ήλιο κάθε μέρα…
… και κάθε φορά που χρειάζεσαι να μιλήσεις…
είναι εκεί για να σʼ ακούσει!
Μπορεί να ζει οπουδήποτε θέλει μέσα στο σύμπαν…
αλλά διαλέγει να ζεί μέσα στην καρδιά σου!

Εύχομαι
κι η δική σου μέρα να είναι σαν
“ένα κομμάτι κέικ”!
- Τί έκανα για να το αξίζω αυτό;
Μια φορά και έναν καιρό πατερας και γιος ήθελαν να κινήσουν για την πόλη για να ψωνίσουν τα απαραίτητα. Πήραν λοιπόν μαζί τους και τον γαϊδαράκο τους για να τους βοηθήσει στο κουβάλημα και κίνησαν για την πολιτεία.
Πάνω στον γαϊδαράκο καθόταν ο μικρός ενώ ο πατέρας προπορευόταν πεζός κρατώντας τον χαλινό του ζώου. Εκεί που περπατούσαν λοιπόν, συνάντησαν έναν διαβάτη ο οποίος σχολίασε:
«Κοίτα το παλιόπαιδο που κάθεται πάνω στο γαϊδουράκι και αφήνει τον γερο-πατέρα του να περπατάει και να κουράζεται».
Ο πατέρας που έδινε πάντα πολύ μεγάλη σημασία στο «τι θα πει ο κόσμος», έδωσε αμέσως εντολή στο γιο του να ξεπεζέψει για να ανέβει αυτός.
«Έτσι δεν θα ξαναεκτεθούμε στον κόσμο» είπε.
Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν και παρακάτω συναντούν έναν άλλο διαβάτη, που βλέποντας τους ξίνισε τα μούτρα του και σχολίασε;
«Καλά δεν ντρέπεται ο άσπλαχνος πατέρας που αφήνει το γιο του να περπατά και να κουράζεται ενώ αυτός στρογγυλοκάθεται πάνω στο γαϊδουράκι;»
Κρύος ιδρώτας έλουσε τον δυστυχή πατέρα για το δηκτικό σχόλιο, έτσι αμέσως ανέβασε και τον γιο του στο υποζύγιο.
«Έτσι δεν θα ξαναεκτεθούμε στον κόσμο» είπε.
Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν, καβαλημένοι και οι δύο πάνω στο γαϊδουράκι και λίγα χιλιόμετρα πριν την πόλη συναντούν έναν άλλο διαβάτη, που βλέποντας τους έμεινε με ανοικτό το στόμα του και σχολίασε;
«Καλά δεν ντρέπονται οι αναίσθητοι που έχουν στρογγυλοκαθίσει και οι δύο τους πάνω στο κακόμοιρο το γαϊδουράκι;»
Μια και δύο ο πατέρας λέει στον γιο του: «Αυτό είναι άνω ποταμών. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση τώρα που θα πάμε στην πόλη να εκτεθούμε! Πρέπει να ξεκουράσουμε το γαϊδουράκι!»
Φτιάχνουν λοιπόν ένα αυτοσχέδιο φορείο, έβαλαν το γαϊδουράκι απάνω και κίνησαν καμαρωτοί – καμαρωτοί για την πόλη.
Με το που φτάνουν στην αγορά φυσικά επεκράτησε μεγάλη αναστάτωση αφού όλοι σκασμένοι στα γέλια σχολίαζαν «Κοίτα τους ηλίθιους έχουν ένα μια χαρά γαϊδούρι και αντί να τους κουβαλάει, το κουβαλάνε αυτοί!»
Και όλα αυτά προς μεγάλη απογοήτευση του αξιοπρεπούς πατρός που τελικά είδε τον χειρότερο εφιάλτη του να γίνεται πραγματικότητα…

Ποιο είναι λοιπόν το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας;
1. Ποτέ μα ποτέ δεν μπορείς να έχεις τους πάντες ικανοποιημένους.
2. Αν άγεσαι και φέρεσαι από την γνώμη των άλλων τότε ποτέ δεν θα μπορέσεις να κάνεις αυτό που εσύ πραγματικά θέλεις και χρειάζεσαι.
- Ο γάιδαρος
Ταξίδευαν τρεις γυναίκες και ξαφνικά είδαν στο δρόμο ένα μεγάλο λάκκο και ανακαλύπτουν πως μέσα βρίσκόταν παγιδευμένη η Ευτυχία. Και τότε η πρώτη γυναίκα λεέι:
- Ευτυχία, θέλω να με κάνεις όμορφη.
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε μια καλλονή και ευτυχισμένη έφυγε.
Η δεύτερη γυναίκα ζήτησε:
- Ευτυχία, θέλω να με κάνεις πλούσια.
Αμέσως εμφανίσθηκε μπροστά της ένα σακούλι γεμάτο χρυσαφικά και διαμάντια, η γυναίκα το αρπάζει και ευτυχισμένη έφυγε.
Μόνο η τρίτη γυναίκα δεν έλεγε τίποτα και τότε η Ευτυχία της είπε μες απʼ το λάκκο:
- Πεςʼ μου κι εσύ, τι θέλεις να σου δώσω;
Και τότε η γυναίκα έσκυψε, άπλωσε το χέρι της και είπε:
- Δώσε μου το χέρι σου, και απλώς έβγαλε την Ευτυχία από το λάκκο.
Μετά συνέχισε το δρόμο της. Η Ευτυχία χαμογέλασε και την ακολούθησε.
Αγαπητή μου Ουρανία σου εύχομαι να είσαι αγαθή και ανιδιοτελής και τότε η Ευτυχία θα σου χαμογελάσει και πάντα θα τρέχει από πίσω σου.
- Η ευτυχία
Ενας Γεράκος καθόταν στο σταθμό ενός τρένου και περνούσε την ώρα του καπνίζοντας και χαζεύοντας τους περαστικούς.
Κάποια μέρα επειδή είχε ευγενικό και προσιτό βλέμμα τον πλησιάζει ένας ταξιδιώτης και τον ρωτά…
Πως είναι οι άνθρωποι στην πόλη σας γιατί είμαι καινούριος εδώ και θα ήθελα να ξέρω την νοοτροπία του τόπου αυτού ? Ο Γεράκος τον κοίταξε και τον ρωτησε… Πως ήταν οι άνθρωποι απο εκεί που έφυγες ?
Ο Ταξιδιώτης του απαντά… Αφήστε τα. Ήταν ανταγωνιστικοί - σκληροί - άκαρδοι - υλιστές - δεν μπορούσα να εμπιστευτώ κανέναν.
Και εδώ έτσι είναι του απαντά ο Γεράκος
Ο Ταξιδιώτης έφυγε απογοητευμένος.
Ενας άλλος ταξιδιώτης είδε την σκηνή παρόλο που δεν άκουγε την συζήτηση και αισθάνθηκε και αυτός ότι μπορούσε να ρωτήσει τον Ηλικιωμένο αυτό κύριο.
Και αυτόν τον βασάνιζε το ίδιο ερώτημα …. Πως είναι οι άνθρωποι στην πόλη σας?
και αυτός πήρε την ίδια απάντηση … Πως ήταν οι άνθρωποι απο εκεί που έφυγες ?
Αυτός απάντησε: Αχ μην μου τα θυμίζετε… τι καλούς φίλους άφησα εκεί …. πόσο με αγαπούσαν… όλοι έκλαιγαν όταν αποχαιρετιόμασταν αλλά δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Επρεπε να φύγω για ένα διάστημα.
Μήν ανησυχείς παιδί μου του απαντάει ο Γεράκος… και εδώ ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ….. και εδώ θα σε αγαπήσουν θα σε στηρίξουν και θα κλάψουν με σένα!!!!

Το ηθικό δίδαγμα; Στην ζωή βρίσκουμε αυτό στο οποίο επικεντρώνουμε το βλέμμα μας και ψάχνουμε να βρούμε. Αν ψάχνουμε για ελαττώματα για κακία για αντιπάλους Θα τος βρούμε… Αν ψάχνουμε για αγάπη , για το καλό στους γύρω μας όχι απλά θα το βρούμε αλλά και θα το γευθούμε. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα μας βρούν συμφορές αλλά και στις συμφορές θα έχουμε ζεστά πρόσωπα γύρω μας!!!
- Ο γεράκος
Ο Μικρός ήταν πολύ κακόκεφος.
Κλείστηκε στο δωμάτιο
κι άρχιζε να στριφογυρίζει
κι όλα τα πράγματα ν΄ αναποδογυρίζει.
Τις ζωγραφιές από τον τοίχο ξεκολλούσε
Κι όλα τα παιχνίδια του χαλούσε.
«Θεέ μου!» είπε η Μαμά «τι έχεις πάθει;»
«είμαι ένα ανάποδος
και γκρινιάρης μικρός
και κανείς δε μ΄αγαπάει» είπε ο μικρός.
«Μικρέ μου» είπε η Μαμά « όπως και να ΄σαι,
εγώ πάντα θα σ΄αγαπώ».
« κι αν ήμουνα αρκούδος, πάλι θα με φρόντιζες
και θα μ΄ αγαπούσες;» ρώτησε ο Μικρός.
«Φυσικά» είπε η Μαμά.
«Εγώ θα σ΄ αγαπώ ό, τι κι αν γίνει»
«Αν όμως γινόμουν πράσινο έντομο,
πάλι θα μ΄αγαπούσες,
πάλι θα με αγκάλιαζες και θα με φιλούσες;»
«Φυσικά» είπε η Μαμά.
«Εγώ θα σ΄ αγαπώ ό, τι κι αν γίνει»
«Ό, τι κι αν γίνει;» είπε ο Μικρός και χαμογέλασε.
«Κι αν ήμουνα κροκόδειλος;»
«Θα σε αγκάλιαζα και θα σε αγαπούσα
και τη νύχτα θα σου τραγουδούσα»
είπε η Μαμά.
« Χαλάει ποτέ η αγάπη;»
ρώτησε ο Μικρός.
«Λυγίζει άραγε ποτέ και σπάει;
Κι αν ναι, μπορείς άραγε να
την κολλήσεις,
να τη φτιάξεις και να τη χτίσεις; »
«Α, δεν ξέρω» είπε η Μαμά « το μόνο που ξέρω
είναι ότι θα σ΄ αγαπώ για πάντα».
«Κι όταν πεθάνουμε και χαθούμε,
θα μ΄αγαπάς ακόμη;» είπε ο Μικρός.
«Θα υπάρχει ακόμα η αγάπη;»
Η Μαμά πήρε στην αγκαλιά της
τον Μικρό και κοίταξαν μαζί
από το παράθυρο τον ουρανό.
Το φεγγαράκι έφεγγε ψηλά
και τ΄αστεράκια ήταν φωτεινά.
«Κοίτα, Μικρέ, τ΄αστεράκια
πώς λάμπουνε στον ουρανό.
Ξέρεις πως πολλά απ΄αυτά
έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια πια;»
«Τα βλέπεις όμως πώς φωτίζουν ακόμα στον ουρανό;

Η αγάπη είναι σαν τ΄ αστέρια: ποτέ δεν πεθαίνει
και πάντα φωτίζει».
- Θα σ΄αγαπώ ό,τι κι αν γίνει (Debi Gliori)
Κάποτε ήταν ένας νεαρός βασιλιάς. Του άρεσε πολύ το κυνήγι. Μια μέρα με τους φίλους του έτσι όπως κυνηγούσαν το θήραμά τους, μπήκαν στο έδαφος του γειτονικού βασιλείου. Οι φρουροί τους συνέλαβαν και τους έφεραν αιχμαλώτους στο δικό τους βασιλιά. Ο Νόμος έλεγε πως όποιος κυνηγούσε σε ξένη περιοχή και συλλαμβάνονταν, θα αποκεφαλιζόταν.

Ο Βασιλιάς της γειτονικής χώρας, αφού σκέφτηκε αρκετά για την τύχη τους, είπε στο νεαρό βασιλιά:
- Σύμφωνα με το Νόμο μας πρέπει να σε αποκεφαλίσω. Όμως θα σου δώσω μια ευκαιρία να ζήσεις, αν μου πεις σε ένα χρόνο από σήμερα, ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΘΕΛΟΥΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ. Αν σε ένα χρόνο δεν βρεις τη σωστή απάντηση, τότε θα χάσεις τη ζωή σου.
Ο νεαρός βασιλιάς έφυγε για το βασίλειό του με τη συνοδεία του χαρούμενος από τη μια που γλίτωσε τη ζωή του, στεναχωρημένος από την άλλη γιατί έπρεπε να βρει τη σωστή απάντηση.Μέσα στο χρόνο που ήρθε έψαξε παντού.Ρώτησε τους αυλικούς του,ρώτησε τους φίλους του, βγήκε, στα σοκάκια στα κακόφημα σπίτια και στα καπηλιά, ρώτησε και "κείνες". Άλλες με ξεφωνητά, άλλες με γέλια κι άλλες με νοήματα, προσπαθούσαν να του "εξηγήσουν" τι θέλουν οι γυναίκες, αλλά απ΄όλες τις απαντήσεις,καμία δεν τον ικανοποίησε πραγματικά....'Ηταν πολύ στεναχωρημένος και ο καιρός περνούσε.

Στην κορυφή ενός βουνού ζούσε μια γριά μάγισσα, που ήξερε όλες τις απαντήσεις. Ήταν όμως αποκρουστική στην εμφάνιση, ξεδοντιάρα, κακάσχημη, καμπούρα, με ένα μαλλί κάγκελο,άπλυτη και ζούσε σε μια τρώγλη. Μη έχοντας όμως άλλη επιλογή ο νεαρός βασιλιάς,πήγε να την επισκεφτεί.

Μόλις έφτασε, πριν ανοίξει ακόμη το στόμα του η μάγισσα του είπε:
- Ξέρω για ποιο λόγο ήρθες βασιλιά μου. Για να σου πω αυτό που θέλεις τόσο πολύ να μάθεις, πρέπει να με παντρέψεις με τον καλύτερο φίλο σου, τον πιο όμορφο, τον πιο πιστό, αυτόν που πάντα σε συντροφεύει σαν το φύλακα άγγελό σου.Αυτός που είναι δίπλα σου!

Τα έχασε ο βασιλιάς. Πράγματι, ο καλύτερός του φίλος, ήταν ένα όμορφος, νεαρός, ευγενής, γεροδεμένος νέος, με αρχοντικό παράστημα και εκθαμβωτική ομορφιά. Τον πήρε κατά μέρος και του εξήγησε πώς έχουν τα πράγματα.

Εκείνος τον άκουσε προσεχτικά και του είπε:
-Βασιλιά μου, μετά χαράς να δεχτώ τη μάγισσα ως σύζυγό μου, αφού έχω ορκιστεί να σε υπηρετώ και να προστατεύω τη ζωή σου με τη δική μου.

Την άλλη μέρα έγινε ο γάμος. Η μάγισσα δεν θα έλεγε το μυστικό, αν ο βασιλιάς δεν πραγματοποιούσε την επιθυμία της. μετά το μυστήριο όπου έπεσε το δάκρυ κορόμηλο για την τύχη του παλικαριού,το τραπέζι στήθηκε ολόλαμπρο,με όλου του κόσμου τα αγαθά και τα πιοτά. Στη μέση ο γαμπρός στολισμένος να λάμπει, δίπλα του η μάγισσα ζαρωμένη, να της τρέχουν τα σάλια, ανάμεσα στα δόντια που της έλειπαν. Το παληκάρι όμως, την κοίταξε τρυφερά.

-Τι θα πιείτε αγαπημένη; Της γέμισε το ποτήρι με κρασί της επιθυμίας της. Μετά τη ρώτησε ευγενικά, αν ήθελε να χορέψουν. Ασφαλώς και ήθελε, λούφαξε στην αγκαλιά του και χόρευαν, χόρευαν,έπιναν και ξαναχόρευαν. Μέχρι που ήρθε η ώρα για το νυφικό κρεβάτι. Το αρχοντόπουλο πήγε στην κρεβατοκάμαρη, ξεντύθηκε, έσφιξε την καρδιά του και περίμενε υπομονετικά, να έρθει η... νύφη. Μπαίνει λοιπόν μέσα στο ημίφως η μάγισσα...αλλά σε μια στιγμή,μεταμορφώθηκε σε μια πανέμορφη, νέα γυναίκα με μακριά μαλλιά, καλλίγραμμα πόδια, ένα πρόσωπο που αστραποβολούσε ομορφιά και λάμψη, ενώ στα υπέροχα μάτια της, έκαιγε ο πόθος, ο έρωτας, ο θαυμασμός...Το αρχοντόπουλο δεν μπορούσε να κρύψει το θαυμασμό του και την απέραντη...έκπληξή του!

Τότε εκείνη με ένα αέρινο βάδισμα βρέθηκε δίπλα του, κλείνοντας το ανοιχτό του στόμα με το κρινοδάχτυλό της:
-Σσσσσσςςς! Μην πεις τίποτα! Απλά, μόνο για την υπέροχη καρδιά σου,έτσι θα γίνομαι τις νύχτες, ενώ τη μέρα θα ξαναπαίρνω την κανονική μου μορφή. Εσύ αλήθεια,πώς με προτιμάς;
"Χαζή" ερώτηση, ερώτηση "παγίδα", αλλά το αρχοντόπουλο σοφό και μετρημένο.
- Όπως εσύ θέλεις αγαπημένη μου και την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του.
Η μάγισσα έλαμψε τότε πιο πολύ μεσ΄το σκοτάδι,γέλασαν τα εκφραστικά της μάτια και φωτίστηκαν.
- Θα μείνω έτσι, μέρα και νύχτα για την αγάπη σου και μόνο...του είπε γλυκά, με λατρεία.

Την άλλη μέρα, ο βασιλιάς ανυπόμονος, έμαθε το μυστικό από τη μάγισσα, του το ψιθύρισε στο αυτί, "ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ" , το πρόσωπό του φωτίστηκε,"αυτό είναι" φώναξε και έφυγε βιαστικός με τη συνοδεία του, να το πει στο γειτονικό βασιλιά, πριν εκπνεύσει η προθεσμία.
Έφτασε στο Βασιλιά.
Εκείνος τον περίμενε με τους συμβούλους του,με τους φρουρούς του, έτοιμος και σοβαρός, αν δεν έπαιρνε τη σωστή απάντηση, θα στήνονταν η αγχόνη.

- Λοιπόν νεαρέ βασιλιά, έμαθες να μου πεις, τι πραγματικά θέλουν όλες οι γυναίκες;
- Έμαθα βασιλά μου! Όλες οι γυναίκες αυτό που πραγματικά θέλουν, είναι να είναι ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ!!!
Ο γέρο-Βασιλιάς έσκυψε για λίγο το κεφάλι του κι ύστερα το σήκωσε με ένα πλατύ χαμόγελο.
-Είσαι ελεύθερος. Γλίτωσες τη ζωή σου. Να πας στο καλό, του είπε και τον αποχαιρέτησε.
Τέλος της ιστορίας.

Πιστεύω να σας άρεσε. Ας δούμε μαζί τώρα τα... συμπεράσματα:
1. Κανείς δεν πρέπει να "κυνηγάει" σε ξένα χωράφια, αν θέλει τη ζωούλα του.
2. Πολλές φορές υπάρχουν προφανείς και πολλές απαντήσεις αλλά ΜΙΑ είναι η σωστή.
3. Ενώ ξέρουμε ποιος έχει τη σωστή απάντηση,χρονοτριβούμε και συζητάμε άσκοπα εδώ κι εκεί.
4. Η αφοσίωση στο φίλο μας, ειδικά στον κίνδυνο, μας καταξιώνει και μας δικαιώνει.
5. Μην κρίνετε ποτέ μια γυναίκα από την εμφάνισή της.ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ!!!
6. Καμία γυναίκα δεν πραγματοποιεί τις υποσχέσεις της, αν δεν τηρήσουμε εμείς πρώτα τις δικές μας.
7. Η ευγένεια, η μεγαλοψυχία και ο σεβασμός, ακόμη και στην πιο "άσχημη" γυναίκα, είναι ΑΡΕΤΗ!
8. Η επιθυμία της γυναίκας σε θέματα καρδιάς και έρωτα, είναι ο καλύτερος δρόμος.
9. Όλες οι γυναίκες, αυτό που πραγματικά θέλουν, είναι η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ τους. Ας τις "λευτερώσουμε" για να μείνουν για πάντα κοντά μας...Δεν υπάρχει τίποτε ωραιότερο σ΄ αυτόν τον κόσμο, από μία ΕΛΕΥΘΕΡΗ και ελεύθερα σκεπτόμενη ΓΥΝΑΙΚΑ...
- Τί θέλουν πραγματικά όλες οι γυναίκες;
Σʼ ένα απόμακρο ορεινό χωριό, πέθανε ο αρχηγός του χωριού και η αρχηγία πέρασε στο γιο του. Ως τότε, οι άνθρωποι είχαν ζήσει πολλά χρόνια κάτω από τον έλεγχο μιας πελώριας σκιάς πάνω από το χωριό. Όποτε επιχειρούσε κάποιος να ελευθερωθεί, αυτή η μεγάλη σκιά εμφανιζόταν με βροντερή φωνή που αντηχούσε σʼ όλο το βουνό. Οι χωρικοί πάντοτε υποχωρούσαν στη θέα αυτής της σκοτεινής εικόνας.

Ο νεαρός, που ήταν τώρα αρχηγός, συνειητοποίησε ότι είχε έρθει η ώρα να αντιμετωπίσει αυτό το τέρας. Βγήκε έξω με μια ομάδα χωρικών και, μόλις εμφανίστηκαν στην άκρη του χωριού, παρουσιάστηκε η τεράστια σκιά. Αυτοί οπισθοχώρησαν τρομαγμένοι.

Ο νεαρός παρατήρησε πως η σκιά έγινε μεγαλύτερη και η φωνή δυνατότερη καθώς υποχωρούσαν. Σταμάτησε και τότε έκανε ένα γενναίο βήμα προς το μέρος της σκιάς.

Φάνηκε να γίνεται ελαφρά μικρότερη. Έκανε ακόμα ένα βήμα, και η άποψή του επιβεβαιώθηκε: η σκιά έγινε μικρότερη και η φωνή λιγότερο ισχυρή.

Συνέχισε να κινείται προς αυτή, μέχρι που στα πόδια του βρισκόταν η πηγή της σκιάς. Σήκωσε αυτό το μικρό εφήμερο αντικείμενο στο χέρι του και ρώτησε:
-«Ποιός είσαι;»
-«Ο Φόβος», ήταν η αδύναμη, ανίσχυρη απάντηση.
Ο νέος έκλεισε το χέρι του κι ο Φόβος εξαφανίστηκε ολότελα...
- Ο φόβος
Δύο άγγελοι που ταξίδευαν σταμάτησαν να περάσουν την νύχτα σε ένα σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Η οικογένεια ήταν αγενής και αρνήθηκε στους αγγέλους να μείνουν στο δωμάτιο των ξένων της βίλας. Αντιθέτως, έδωσαν στους αγγέλους ένα μικρό μέρος σε ένα κρύο υπόγειο. Καθώς εκέινοι έφτιαχναν τα κρεβάτια τους στο σκληρό πάτωμα, ο μεγαλύτερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και την επισκεύασε. Όταν ο μικρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί, ο μεγαλύτερος απάντησε: "Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται"...

Την επόμενη νύχτα το ζευγάρι των αγγέλων ήρθε να ξεκουραστεί σε ένα πολύ φτωχικό σπίτι αλλά ο αγρότης και η γυναίκα του ήταν πολύ φιλόξενοι. Αφού μοιράστηκαν τη λίγη τροφή που είχαν, το ζευγάρι των αγγέλων κοιμήθηκαν στο κρεβάτι τους όπου μπορούσαν να έχουν μια ξεκούραστη νύχτα. Όταν βγήκε ο ήλιος, το επόμενο πρωί οι άγγελοι βρήκαν τον αγρότη και την γυναίκα του να κλαίνε. Η μοναδική τους αγελάδα της οποίας το γάλα ήταν το μόνο τους εισόδημα ήταν νεκρή στο λιβάδι.
Ο μικρότερος άγγελος ήταν αναστατωμένος και ρώτησε το μεγαλύτερο πως ήταν δυνατόν και άφησε να γίνει κάτι τέτοιο.

Ο πρώτος άντρας είχε τα πάντα και παρόλα αυτά τον βοήθησες, τον κατηγόρησε εκείνoς.Η δεύτερη οικογένεια είχε ελάχιστα και όμως ήταν πρόθυμη να μοιραστεί τα πάντα και εσύ άφησες την αγελάδα να πεθάνει... "Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται", απάντησε ο μεγαλύτερος άγγελος.

"Όταν μείναμε στο υπόγειο της βίλας, πρόσεξα πως ήταν χρυσός αποθηκευμένος σε εκείνη την τρύπα στον τοίχο. Μια και ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο άπληστος και δεν είχε τη διάθεση να μοιραστεί την καλή του τύχη, σφράγισα τον τοίχο ώστε να μην μπορεί να βρει το χρυσό. Εχθές τη νύχτα καθώς κοιμόμασταν στο κρεβάτι του αγρότη ήρθε ο άγγελος του Θανάτου για την γυναίκα του, κι εγώ έδωσα στη θέση της την αγελάδα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται."

Μερικές φορές αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν τα πράγματα δεν έχουν το αποτέλεσμα που πρέπει. Αν έχεις πίστη, θα πρέπει να μάθεις να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις ότι το κάθε αποτέλεσμα είναι πάντα προς όφελός σου. Μπορεί να μην το ξέρεις παρά μονάχα πολύ αργότερα.

Μερικοί άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας και γρήγορα φεύγουν.

Μερικοί άνθρωποι γίνονται φίλοι και μένουν λίγο αφήνοντας όμορφα χνάρια στην καρδιά μας και εμείς δεν είμαστε ποτέ το ίδιο γιατί έχουμε κάνει έναν καλό φίλο...

Το εχθές είναι παρελθόν.
Το αύριο μυστήριο.
Το σήμερα είναι δώρο.
- Οι άγγελοι
Μια ιστοριούλα που εξηγούσε πως…
” με τις ιστορίες κοιμούνται τα παιδιά και ξυπνάνε οι μεγάλοι”
Ένας ερευνητής βρέθηκε σε μιά απο τις περιηγήσεις του σε ένα χωριό.
Ο ερευνητής είναι ένας άνθρωπος που αναζητά … δεν βρίσκει πάντα αλλά ωστόσο αναζητά.
Καποια στιγμή αισθάνθηκε την ανάγκη να μπει σε ένα σπίτι που του φαινόταν ότι είχε κάτι ελκυστικό… κάτι που τον προσκαλούσε.
Μπαινοντας μέσα άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει πάνω στα κάδρα στις καρέκλες … στην φτωχική κουζίνα, και στις ηλιαχτίδες που έπαιζαν με τις γρύλιες.
Ισως επειδή είχε βλέμμα ερευνητή στάθηκε σε μια λευκή πέτρα που βρισκόταν ανάμεσα σε άλλες έξω στην αυλή και πρόσεξε την επιγραφή. Αμπντουλ Ταρεγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες , δυο εβδομάδες και 3 μέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας πως αυτή η πέτρα δεν ήταν μια απλή πέτρα αλλά μια ταφόπλακα.
Λυπήθηκε για το χαμό ενός τόσο νέου παιδιού. Σιγά σιγά συνειδητοποίησε επίσης ότι …
η πανέμορφη αυλή δεν ήταν αυλή αλλά ένα νεκροταφείο.
Μια μια άρχισε να διαβάζει τις πλάκες και παρατήρησε ότι ολες είχαν ένα ονομα και τον ακριβή χρόνο της ζωής του νεκρού.
Αυτό όμως που τον τάραξε ήταν ότι ο μεγαλύτερος δεν ξεπερνούσε τα 11 χρόνια.
Νικημένος απο μια απίστευτη θλίψη κάθισε κάτω και άρχισε να κλαίει.
Μετά απο λίγο ή πολύ δεν ξέρουμε ο φύλακας τον βρήκε στην ίδια θέση. να κλαίει με λυγμούς. τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιο συγγενή . “Οχι για κανέναν συγγενή ή φίλο”είπε ο ερευνητής.”πια κατάρα … Τι φοβερό κακό κρύβει αυτός ο τόπος;Γιατί τόσα πολλά παιδιά είναι νεκρά;”
Ο ηλικιωμένος φύλακας χαμογέλασε και του είπε πως μπορούσε να ηρεμήσει.Δεν υπήρχε κατάρα ή επιδημία.
Του εξήγησε πως το μυστικο κρυβόταν σε μια συνήθεια που είχαν εκεί.
“Βλέπεις” του είπε “όταν κάποιος συμπληρώνει τα 15 του χρόνια οι γονείς του του δίνουν ένα τετραδιο και εκεί καταγράφει όλες τις καλές στιγμές της ζωής του…
Στα δεξιά αυτό που απόλαυσε
Στα αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση
ένα ωραίο γεύμα, ένα δώρο, το πρώτο φιλί, ένα στοργικό βλέμμα, ένα χάδι, ένα χαμόγελο …
πόση ώρα κράτησε η απόλαυση του… η σκέψη αυτού του γεγονότος … λεπτά, δύο μέρες, μιά εβδομάδα , μήνες;
Πόσο κράτησε στα αλήθεια η απόλαυση των όμορφων αυτών στιγμών… αυτών των αισθήσεων….
το καταγράφει στο τετράδιο.
Ετσι συνεχίζουμε να σημειώνουμε σε αυτά τα τετράδια κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … κάθε λεπτό!!!!
όταν κάποιος πεθάνει τότε παίρνουμε αυτό το τετράδιο και προσθέτουμε τους χρόνους γιατί ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ ΚΑΠΟΙΟΣ.

Ευχη όλων….
"Να μάθουμε να απολαμβάνουμε κάθε στιγμή τα καλά που μας περιτριγυρίζουν… να είναι γεμάτο το δικό μας τετράδιο
- ...με τις ιστορίες κοιμούνται τα παιδιά και ξυπνάνε οι μεγάλοι
Μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη του Ειρηνικού Ωκεανού, υπήρχε ένας ύφαλος. Ένας ύφαλος πολύ περήφανος και παράξενος απ΄όλους τους άλλους.


Ήταν φτιαγμένος με χιλιάδες πολύχρωμα κοράλλια και είχε και το χάρισμα να μιλά. Γι'αυτό κάθε βράδυ όλα τα τροπικά ψάρια μαζεύονταν γύρω του κι εκείνος έλεγε χιλιάδες ιστορίες για γοργόνες, καράβια, ναυάγια και θησαυρούς κρυμμένους στα βάθη του ωκεανού. Είχε δει πάρα πολλά διότι ήταν γέρος και χιλίων χρονών.

Ένα βράδυ λοιπόν μαζεύτηκαν πάλι γύρω του να ακούσουν τι θα τους έλεγε. Πήρε λοιπόν το περήφανο ύφος του, μα πριν προλάβει να πει λέξη, μια αδύνατη φωνούλα διέκοψε τη φόρα του ύφαλου. Εκείνος θύμωσε, κοκκίνισε από το κακό του κι όλα τα ψάρια σαστισμένα γύρισαν το κεφαλάκι τους να δουν ποιος ήταν αυτός που τολμούσε να προσβάλει τον γέρο ύφαλο

- Μα ποιος μίλησε; Ρώτησε ο ξιφίας.

- Εγώ! Ξανακούστηκε η φωνούλα λίγο πιο δυνατά.

Έσκυψαν και τι να δουν; Μια μικρή αχιβάδα που ανοιγόκλεινε το κέλυφος στο κύμα του νερού. Ο ύφαλος ξερόβηξε, τα ψάρια κοίταξαν την αχιβάδα και της είπαν:

- 'Αντε λοιπόν. Ξεκίνα. Να δούμε ποιος λέει τις ομορφότερες ιστορίες.

Εκείνη, ανοιγόκλεισε μια δυο φορές, πήρε φόρα και πήδηξε πάνω σ'ένα μεγάλο κοράλλι για να την βλέπουν και να την ακούνε όλοι.

«Μια φορά...», άρχισε να λέει, «...ήταν ένας ναύτης που αγαπούσε ένα κορίτσι. Αποφάσισε λοιπόν να πάει στον πατέρα της και να την ζητήσει σε γάμο. Δυστυχώς, όμως, το παλικάρι ήταν φτωχό κι ο πατέρας του κοριτσιού αρνήθηκε την πρόταση. Ήθελε βλέπετε να την δώσει την κόρη του σε πλούσιο καπετάνιο! Απελπισμένος ο νέος έφυγε, μα υποσχέθηκε στον εαυτό του και στο κορίτσι του, πως μόλις μάζευε αρκετά χρήματα, θα γύριζε να την παντρευτεί. Εκείνη του υποσχέθηκε με όρκο αγάπης ότι θα τον περιμένει να γυρίσει.

Κάθισε σε έναν μεγάλο βράχο, φόρεσε το μεταξωτό της άσπρο φόρεμα κι έμεινε εκεί βλέποντας το πλοίο που σαλπάριζε, ώσπου χάθηκε στον γεμάτο από ομίχλη ορίζοντα...»

Η αχιβάδα σώπασε.

- 'Αντε λοιπόν, συνέχισε. Την φώναξε ο ύφαλος.

- Αυτή ήταν η ιστορία μου, αποκρίθηκε δειλά η αχιβάδα.

- Είσαι με τα καλά σου; Μας χασομέρησες όλους και μας διέκοψες για να μας πεις μια ιστορία χωρίς τέλος; Και μάλιστα για έναν άγνωστο και ασήμαντο ναύτη;

- Κάνεις λάθος, απάντησε η αχιβάδα τρέμοντας από το φόβο της. Το καράβι του το βύθισες εσύ χθες Βράδυ, χτυπώντας το ύπουλα στ'αμπάρια, για να έχεις σήμερα να λες και άλλη σπουδαία ιστορία. Όσο για τον ασήμαντο ναύτη, αυτός είναι ήρωας διότι πνίγηκε για να σώσει τα γυναικόπαιδα. Και το πιο σπουδαίο. Η κοπέλα τον περιμένει καθισμένη στον ίδιο βράχο, μια φιγούρα στα κατάλευκα ντυμένη.

Μια σιωπή έπεσε στη θαλασσινή παρέα. Ο ύφαλος βουβάθηκε από ντροπή και τύψεις. Απόμεινε μόνος κι έρημος. Ασάλευτος στη μέση ου ωκεανού. Λένε ότι κάπου κάπου του κάνει συντροφιά ένας κατάλευκος γλάρος με ανθρώπινη φωνή. Λένε ακόμα πως είναι το κορίτσι του ναύτη. Και πως πηγαίνει εκεί για να του διδάξει πόσο δύσκολο είναι να ξέρεις το ποιος είναι σπουδαίος και ποιος όχι.
- Η αχιβάδα και ο ύφαλος
Ας θυμηθουμε μια ιστορία για τις Ψυχές, που ετοιμάστηκαν να κατέβουν στην Γη. Ίσως η ιστορία αυτή θα βοηθήσει κάποιους να καταλάβουν καλλίτερα την Ψυχή τους, τον Εαυτό τους και το νόημα της ζωής τους.
Να θυμάστε την ιστορία αυτή όσο πιο συχνά μπορείτε, ιδίως στις δύσκολες καταστάσεις και τότε θα έρθουν σε σας η σοφία και η χαρά.

. . . Κάποτε έχουν συγκεντρωθεί οι Ψυχές σε ένα συμβούλιο πριν την ενσάρκωσή τους στην Γη.
Ρωτάει λοιπόν ο Θεός την μια Ψυχή:
- Εσύ γιατί θέλεις να πας στην Γη;
- Θέλω να μάθω να συγχωρώ.
- Και ποιούς σκοπεύεις εσύ να συγχωρέσεις; Κοίταξε- όλες οι Ψυχές είναι καθαρές, φωτεινές και αγαπητές. Αυτές σʼ αγαπάνε τόσο πολύ, που δεν μπορούν με τίποτε να κάνουν κάτι, που να χρειάζεται να τις συγχωρέσεις.
Η Ψυχή έριξε μια ματιά στις αδελφούλες της και πράγματι, αυτή τις αγαπάει όλες άνευ όρων και αυτές επίσης την αγαπούν άνευ όρων!
Πικράθηκε η Ψυχή και λέει:
- Και ήθελα τόσο πολύ να μάθω να συγχωρώ!
Εκείνη τη στιγμή την πλησιάζει η άλλη Ψυχή και της λέει:
- Μη στεναχωριέσαι, σʼ αγαπώ τόσο πολύ, που είμαι έτοιμη να βρεθώ μαζί σου στην Γη για να σε βοηθήσω να δοκιμάσεις την συγχώρεση. Θα γίνω ο άνδρας σου και θα σε απατώ, θα μεθώ, θα φέρομαι παράλογα και συ θα μαθαίνεις να με συγχωρείς.
Την πλησιάζει και μια άλλη Ψυχή και της λέει:
- Και γω σʼ αγαπώ πάρα πολύ και θα έρθω μαζί σου: εγώ θα γίνω η μητέρα σου, θα σε τιμωρώ, θα σε πρήζω, θα επεμβαίνω στην ζωή σου, θα σε εμποδίζω να ζεις ευτυχισμένα και συ θα μαθαίνεις να με συγχωρείς.
Την πλησιάζει η τρίτη Ψυχή και της λέει:
- Εγώ λοιπόν θα γίνω η καλλίτερή σου φίλη και στην πιο ακατάλληλη στιγμή θα σε προδώσω και συ θα μαθαίνεις να με συγχωρείς.
Την πλησιάζει η τέταρτη Ψυχή και της λέει:
- Εγώ θα γίνω το αφεντικό σου και από αγάπη για σένα θα σου φέρομαι σκληρά και άδικα, για να σου δοθεί η δυνατότητα να δοκιμάσεις την συγχώρεση.
Άλλη μια Ψυχή πήρε ένα μεγάλο βάρος επάνω της- αυτή προσφέρθηκε να παίξει τον ρόλο της κακιάς και άδικης πεθεράς . . .
Έτσι, συγκεντρώθηκε μια ομάδα Ψυχών, που αγαπιούνται μεταξύ τους πάρα πολύ, σοφίστηκαν το σενάριο της ζωής τους στην Γη για την απόκτηση της εμπειρίας της συγχώρεσης και ενσαρκώθηκαν.
Αλλά, όπως αποδείχτηκε, πάνω στην Γη είναι πάρα πολύ δύσκολο να θυμηθείς τον Εαυτό σου και την συμφωνία.
Οι περισσότεροι πήραν στα σοβαρά αυτήν την ζωή, άρχισαν να θυμώνουν και να οργίζονται μεταξύ τους, ξεχνώντας, πως οι ίδιοι έκαναν αυτό το σενάριο της ζωής- και το κυριότερο: ότι όλοι μεταξύ τους αγαπιούνται πάρα πολύ!
- Α. Nekrasof «Οι ζωντανές σκέψεις»
Σ' ένα χωριό ζούσε ένας γέρος και θεωρούσε πως ήταν από τους πιο δυστυχισμένους ανθρώπους του κόσμου.

Όλο το χωριό τον απέφευγε.

Πάντα ήταν σκυθρωπός, πάντα είχε παράπονα, πάντα με κακή διάθεση…
Όσο περισσότερο ζούσε, τόσο πιο πικρόχολος γινόταν, τόσο περισσότερο φαρμάκι είχαν τα λόγια του.

Όμως μια φορά, όταν έγινε ογδόντα ετών, συνέβηκε το απίστευτο.

Η φήμη στιγμιαίως διαδόθηκε σ' όλο το χωριό: "Ο γέρος είναι ευτυχισμένος, δεν παραπονιέται πια, χαμογελάει, άλλαξε και το πρόσωπό του, έγινε αγνώριστος".
Τότε μαζεύτηκε όλο το χωριό και ρώτησέ το γέρο:
- Τι έγινε; Τι έπαθες;
- Τίποτα, απάντησε ο γέρος, ογδόντα χρόνια προσπαθούσα να γίνω ευτυχισμένος και δε μου βγήκε.
Αποφάσισα λοιπόν και εγώ να ζήσω χωρίς ευτυχία. Γι' αυτό και είμαι ευτυχισμένος.
- Ευτυχία
Η ιστορία αναφέρεται σε έναν άνθρωπο που υπέφερε από βαθιά μελαγχολία. Επισκέφτηκε τους καλύτερους γιατρούς της εποχής του και κανείς απ' αυτούς δεν κατόρθωσε να τον βοηθήσει. Βρέθηκε κάποτε και στο ιατρείο ενός κορυφαίου γιατρού, ενός θεραπευτή της ψυχής.

Ο γιατρός είπε στον ασθενή του πως ίσως έβρισκε παρηγοριά, και το τέλος της μελαγχολίας του, στην αγάπη. Ο ασθενής αποκρίθηκε ότι η αγάπη δεν ήταν πρόβλημα γι' αυτόν, ότι κανείς ίσως στον κόσμο δεν είχε αγαπηθεί όσο ο ίδιος. Η επόμενη υπόδειξη του σπουδαίου ιατρού ήταν ότι θα έπρεπε ο ασθενής να ταξιδέψει, να δει άλλους τόπους. Ο άντρας απάντησε, χωρίς έπαρση, πως είχε επισκεφτεί κάθε γωνιά του πλανήτη. Ο γιατρός πρότεινε τότε διάφορες ασχολίες, όπως την ενασχόληση με την τέχνη, διάφορα αθλήματα,= και ό,τι άλλο μπόρεσε να σκεφτεί. Μάταιη προσπάθεια. Ο ασθενής τού απάντησε με τον ίδιο τρόπο: Είχε δοκιμάσει τα πάντα, τίποτα δεν τον είχε παρηγορήσει. [...]

"Α!" αναφώνησε στο τέλος ο γιατρός. "Έχω την τέλεια λύση για την περίστασή σας, κύριε. Πρέπει να παρακολουθήσετε μια παράσταση του μεγαλύτερου κωμικού της εποχής μας. Θα σας διασκεδάσει τόσο, που θα ξεχάσετε εντελώς τη μελαγχολία σας. Πρέπει να δείτε μια παράσταση του Μεγάλου Γκάρικ!"

Ο άντρας κοίταξε το γιατρό με το πιο θλιμμένο ύφος που μπορεί κανείς να φανταστεί και είπε: "Γιατρέ, αν αυτή είναι η συμβουλή σας, τότε είμαι χαμένος. Δεν υπάρχει θεραπεία για μένα. Βλέπετε, ο Μεγάλος Γκάρικ είμαι εγώ".


Don Juan Matus δια στόματος, Carlos Castaneda - Η ενεργός πλευρά του απείρου
- Ο μεγάλος Γκάρικ
Ζητήθηκε από μια ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα με αυτά που κατά τη γνώμη τους ήταν τα σημερινά «Επτά θαύματα του κόσμου». Παρʼ ότι υπήρξαν κάποιες διαφωνίες, οι περισσότερες γνώμες αφορούσαν τα παρακάτω:

1. Οι Πυραμίδες της Αιγύπτου
2. Το Taj Mahal
3. Το Grand Canyon
4. Το κανάλι του Παναμά
5. Το Empire State Building
6. Η Βασιλική του Αγ. Πέτρου
7. Το Σινικό Τείχος

Ενώ μάζευαν τα γραπτά, ο δάσκαλος πρόσεξε ότι μια μαθήτρια δεν είχε τελειώσει ακόμη το γράψιμο. Τη ρώτησε λοιπόν αν είχε κάποιο πρόβλημα με τη λίστα της.
Το κορίτσι απάντησε «Ναι, έχω λίγο πρόβλημα. Δεν μπορώ εύκολα να αποφασίσω, γιατί είναι τόσα πολλά…»

Ο δάσκαλος είπε, «Πες μας λοιπόν τι έχεις γράψει, για να δούμε αν μπορούμε να σε βοηθήσουμε».

Το κορίτσι στην αρχή δίστασε, μα μετά διάβασε: Πιστεύω ότι τα Επτά Θαύματα του κόσμου είναι…
1. Να βλέπεις...
2. Να ακούς...
3. Να αγγίζεις...
4. Να γεύεσαι...
5. Να αισθάνεσαι...
6. Να γελάς...
7. Και να αγαπάς.

Η ησυχία στην αίθουσα ήταν τέτοια που θα άκουγες και μια καρφίτσα αν έπεφτε. Τα πράγματα που παραβλέπουμε σαν απλά και συνηθισμένα και που τα παίρνουμε για δεδομένα, είναι πραγματικά τόσο εκπληκτικά και άξια θαυμασμού!

Τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή δεν μπορείς να τα χτίσεις με το χέρι, ούτε να τα αγοράσεις.
- Τα επτά θαύματα του κόσμου
Τα τέσσερα κεριά, έλιωναν, αργά αργά...
Ο χώρος ήταν τόσο ήσυχος, που μπορούσε να ακουστεί η συζήτησή τους.

Το πρώτο έλεγε:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ»
Μα οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να με διατηρήσουν: πιστεύω ότι δεν μου μένει άλλο από το να συνεχίσω να σβήνω!
κι έτσι αφέθηκε σιγά σιγά να σβήσει ολοκληρωτικά

Το δεύτερο είπε:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΠΙΣΤΗ»
Δυστυχώς δεν χρειάζομαι πουθενά. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να ξέρουν για μένα, κι έτσι δεν έχει νόημα να παραμένω αναμμένο.
μόλις ολοκλήρωσε τα λόγια του, ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε πάνω του και το έσβησε.

Πολύ λυπημένο το τρίτο κερί, με τη σειρά του είπε:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΑΓΑΠΗ»
Δεν έχω τη δύναμη να συνεχίσω να παραμένω αναμμένο. Οι άνθρωποι δεν μου δίνουν σημασία
και δεν αντιλαμβάνονται το πόσο σημαντικό είμαι. Αυτοί μισούν ακόμα και αυτούς που τους αγαπούν περισσότερο
...και χωρίς να περιμένει άλλο, το κερί αφέθηκε να σβήσει

Ξαφνικά...
ένα μωρό μπήκε στο δωμάτιο και είδε τα τρία κεριά σβηστά.
Φοβισμένο από το μισοσκόταδο, είπε:
«ΜΑ ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΤΕ ΑΝΑΜΜΕΝΑ, ΕΓΩ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ!» και ξέσπασε σε δάκρυα

Τότε το τέταρτο κερί είπε με συμπόνια :
ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ ΚΑΛΟ ΜΟΥ, ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ. ΟΣΟ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΑΝΑΜΜΕΝΟ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΞΑΝΑΝΑΨΟΥΜΕ ΤΑ ΑΛΛΑ ΤΡΙΑ ΚΕΡΙΑ. Εγώ είμαι Η ΕΛΠΙΔΑ»

με μάτια λαμπερά και γεμάτα δάκρυα,
το μωρό πήρε το κερί της ελπίδας, και ξανάναψε όλα τα άλλα

ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ:
ΑΣ ΜΗ ΣΒΗΣΕΙ ΠΟΤΕ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ...
...και καθένας από μας ας θυμάται (σαν εκείνο το μωρό),να ανάβει ξανά με την Ελπίδα,την Πίστη, την Ειρήνη και την Αγάπη
- Τα τέσσερα κεριά
Back
Top