Γνωμικά, Παροιμίες & Διδακτικές Ιστορίες!

Εδώ μπορείτε να βρείτε γνωμικά διάσημων ή και άσημων ανθρώπων, παροιμίες κυρίως ελληνικές, διδακτικές ιστορίες, έως και... γνωμικά των μελών του e-steki!
Μην διστάσετε να προσθέσετε κι εσείς γνωμικά που σας έχουν σημαδέψει ή ακόμα και δικής σας επινόησης!
Enjoy!

Βρες Γνωμικά

Ήταν κάποτε ένα δράκος. Ζούσε μοναχός σε χαμένες στα βουνά σπηλιές. Περνούσε τη μέρα του τριγυρνώντας από εδώ από εκεί.. αν και τον περισσότερο χρόνο καθόταν και συλλογιζότανε.
Τι να κάνει ένας φτερωτός δράκος σε αυτά τα μέρη; Γιατί δεν βρίσκει άλλους δράκους να συναντήσει ;
Μία ημέρα εκεί που καθόταν ήρεμα, ήρθε μία παιχνιδιάρα νεράιδα και άρχισε να του πειράζει τα αυτιά.

Ξαφνιάστηκε. Ήταν η πρώτη φορά που κάτι έμψυχο δεν φοβότανε μπροστά στην θέα του .
Γύρισε και την κοίταξε κατάματα ενώ αυτή συνέχιζε να του χαμογελάει.

- Δεν φοβάσαι μήπως σε καταπιώ ;
- Όχι.. είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις.
- Δεν φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα ;
- Όχι.. όποτε θέλω εξαφανίζομαι.
- Δεν φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω ;

Η νεράιδα σάστισε. Γιατί ένας δράκος να αγαπήσει μία νεράιδα . Γιατί μία νεράιδα να μη φοβάται ένα δράκο.

(η νεράιδα συνέχισε..)
- Όχι... όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.

Ο δράκος ένοιωσε ξαφνικά την επιθυμία να την αγκαλιάσει.. να την φιλήσει.

Άπλωσε τα χέρια του αλλά τα νύχια μπήκαν βαθειά στη σάρκα της .
Άνοιξε το στόμα του αλλά έβγαλε φωτιές και τα φτερά της νεράιδας κάηκαν.
Έβγαλε δάκρυα από τα μάτια του αλλά αυτά την έπνιξαν.

Η νεράιδα κάθισε και πέθανε στην αγκαλιά του.. ο δράκος ήταν και πάλι μόνος.

....!???!!!!

Ηθικό δίδαγμα :

Δεν αρκεί να το θέλεις.. πρέπει και να μπορείς..

.. να αγαπήσεις τον άλλον.
- Ο Δράκος και η Νεράιδα
Ο Χότζας καθόταν ακίνητος στον ήλιο, με το πρόσωπό του καλυμμένο από μύγες, οι οποίες τον απομυζούσαν. Αυτός όμως καθόταν ατάραχος και τις ανεχόταν, χωρίς ν' αντιδρά καθόλου. Ξαφνικά, βγαίνει έξω η γυναίκα του και βλέπει την όλη κατάσταση. Παίρνει λοιπόν ένα πανί και διώχνει τις μύγες από το πρόσωπο του Χότζα. Αυτός έγινε έξω φρενών και άρχισε να τη βρίζει και να τη μαλώνει. "Μα γιατί άντρα μου με μαλώνεις, αφού έδιωξα τις μύγες που σου ρουφούσαν το αίμα", άρχισε αυτή να κλαίει. "Ανόητη, ανόητη", φώναζε ο Χότζας, "αυτές οι μύγες ήταν χορτάτες. Τώρα που τις έδιωξες θα έρθουν άλλες κι αυτή τη φορά θα είναι πεινασμένες"...
- Ο Χότζας και οι μύγες
Eίναι γεμάτο το βάζο;

Ένας καθηγητής φιλοσοφίας εμφανίστηκε στην τάξη του με ένα μεγάλο χάρτινο κουτί. Χωρίς να μιλήσει, πήρε από την χάρτινη κούτα ένα άδειο γυάλινο βάζο και άρχισε να το γεμίζει με μικρές πέτρες. Οι μαθητές τον κοιτούσαν με απορία.

Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο ρώτησε:
- Είναι γεμάτο το βάζο;

Και οι μαθητές απάντησαν:
- Ναι είναι γεμάτο.

Αυτός χαμογέλασε και χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με μικρά βότσαλα και άρχισε να γεμίζει το βάζο, το κούνησε λίγο και τα βότσαλα κύλησαν και γέμισαν τα κενά μεταξύ των πετρών.

Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
- Είναι γεμάτο το βάζο;

Και οι μαθητές απάντησαν:
- Ναι είναι γεμάτο.

Αυτός χαμογέλασε πάλι και χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με άμμο και άρχισε να την αδειάζει μέσα στο βάζο. Η άμμος χύθηκε και γέμισε όλα τα κενά μεταξύ των πετρών και των βότσαλων.

Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
- Είναι γεμάτο το βάζο;

Οι μαθητές δίστασαν για λίγο, αλλά απάντησαν:
- Ναι είναι γεμάτο.

Αυτός χαμογέλασε πάλι και χωρίς να μιλήσει πήρε από την χάρτινη κούτα δύο μπουκάλια μπύρες και άρχισε να τα αδειάζει μέσα στο βάζο. Τα υγρά γέμισαν όλο το υπόλοιπο κενό του βάζου.

Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
- Είναι γεμάτο το βάζο;

Οι μαθητές αυτή τη φορά γέλασαν και είπαν:
- Ναι, είναι γεμάτο.

Τώρα, λέει ο καθηγητής, θέλω να θεωρήσετε ότι το βάζο αυτό αντιπροσωπεύει τη ζωή σας.

Οι πέτρες είναι τα πιο σημαντικά στη ζωή σας, οικογένεια, ο σύντροφός σας, τα παιδιά σας, η υγεία σας, οι καλοί σας φίλοι. Είναι τόσο σημαντικά που ακόμα κι αν όλα τα υπόλοιπα λείψουν, η ζωή σας θα εξακολουθήσει να είναι γεμάτη.

Τα βότσαλα είναι τα άλλα πράγματα που έρχονται στη ζωή μας, όπως οι σπουδές, η δουλειά μας, το σπίτι μας, το αυτοκίνητό μας, τα στερεοφωνικά μας. Αν αυτά τα βάλετε πρώτα στο βάζο δεν θα υπάρχει χώρος για τις πέτρες, τα σημαντικά της ζωής.

Η άμμος είναι όλα τα υπόλοιπα τα πολύ μικρά της ζωής.

Αν βάλεις πρώτα άμμο στο βάζο, δεν θα υπάρχει χώρος ούτε για τις πέτρες αλλά ούτε για τα βότσαλα. Το βάζο είναι η ζωή σας. Αν ξοδεύετε χρόνο και δύναμη για μικρά πράγματα, δεν θα βρείτε ποτέ χρόνο για τα πιο σημαντικά. Ξεχωρίστε ποια είναι τα πιο σημαντικά για την ευτυχία σας.

Μιλήστε με τους γονείς σας, παίξτε με τα παιδιά σας, απολαύστε τη σύντροφό σας, προσέξτε την υγεία σας, χαρείτε με τους φίλους σας. Πάντα θα υπάρχει χρόνος για γνώση και σπουδές, πάντα θα υπάρχει χρόνος για εργασία, πάντα θα υπάρχει χρόνος για να φτιάξετε το σπίτι σας, το αυτοκίνητό σας, τα στερεοφωνικά σας. Όμως να φροντίσετε για τις πέτρες πρώτα. Ξεχωρίστε τις προτεραιότητες.

Οι μαθητές είχαν μείνει άφωνοι. Ένας όμως ρώτησε:
- Καλά, η μπύρα τι αντιπροσωπεύει;

Ο καθηγητής γελώντας του απαντά:
- Χαίρομαι που ρωτάς. Θα σας πω. Δεν έχει σημασία πόσο γεμάτη είναι η ζωή σας, δεν έχει σημασία πόσο στριμωγμένος είσαι, γιατί πρέπει να ξέρεις ότι ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΙΓΟΣ ΧΩΡΟΣ ΓΙΑ ΔΥΟ ΜΠΥΡΙΤΣΕΣ.
- Eίναι γεμάτο το βάζο;
Ένας φτωχός μεροκαματιάρης, μόλις γεννήθηκε το δεύτερο παιδί του, πάει στον Χότζα και του εκθέτει το πρόβλημά του και ζητάει λύση: Δε χωράει πλέον στο ένα και μοναδικό δωματιάκι όλη η οικογένεια.
- Κατσίκα έχεις; τον ρωτά ο Χότζας.
- Έχω, απαντά ο φτωχός.
- Βάλ' την κι αυτή στο δωμάτιο.
- Μα εδώ δε χωράμε οι τέσσερις.
- Κάνε αυτό που σου λέω.
Περνάνε οι μέρες, ξαναπάει ο φτωχός στο Χότζα.
Έκανα ό,τι μου είπες, αλλά η κατάσταση έγινε χειρότερη, του λέει.
- Γελάδα έχεις;
- Έχω.
- Βάλ' την κι αυτήν μέσα.
- Μα, είναι και η κατσίκα μέσα, δε χωράμε.
- Κάνε ό,τι σου λέω.
Περνά ο καιρός, ξανά στον Χότζα ο φτωχός.
- Είμαι απελπισμένος. Δεν μπορούμε ούτε να κουνηθούμε.
Για να μην τα πολυλογούμε, ο Χότζας τον συμβούλεψε να βάλει μέσα και το σκύλο. Κι αυτός ο διάλογος συνεχιζόταν, μέχρι που τελικά όλα τα κατοικίδια στριμώχτηκαν μέσα στο ένα δωμάτιο.
Πάει πια τρελαμένος ο φτωχός στο Χότζα.
- Όχι μόνο δε βελτιώθηκε η κατάσταση, αλλά τώρα πια κινδυνεύουμε έτσι που είμαστε ο ένας πάνω στον άλλο.
- Βγάλε έξω την κατσίκα, απαντά ο Χότζας.
Λίγες μέρες αργότερα, καθώς έκανε τη βόλτα του στο μαχαλά, ο Χότζας συναντά το φτωχό.
- Έκανες ό,τι σου είπα; Τι έγινε;
-Να σ' έχει ο Αλλάχ καλά. Μόλις έβγαλα την κατσίκα, ανασάναμε!
- Ο Χότζας και η κατσίκα
Ο ένδοξος ιππότης Φερδινάνδος, ο μέγας εξολοθρευτής των δράκων, είχε μια επικίνδυνη εμμονή: να χώσει το πρόσωπό του στα πλούσια στήθη της βασιλίσσης, αλλά ήξερε ότι για κάτι τέτοιο η ποινή είναι θάνατος.

Μια μέρα εξομολογήθηκε αυτό το μυστικό του στο σύντροφό του, τον Λεόντιο τον ιατρό, ο οποίος ήταν και ο αρχίατρος του βασιλιά. Ο Λεόντιος ο ιατρός, αφού σκέφτηκε, του είπε ότι βρήκε έναν τρόπο για να του ικανοποιήσει την επιθυμία του, αλλά όλη η ιστορία θα του κόστιζε 1.000 χρυσά νομίσματα.

Χωρίς δισταγμό, ο ιππότης Φερδινάνδος συμφώνησε με το ποσό.

Την επόμενη μέρα, ο Λεόντιος ο ιατρός παρασκεύασε μια φαγουρόσκονη και έριξε λίγη στο στηθόδεσμο της βασιλίσσης, όταν αυτή έκανε μπάνιο. Αμέσως μετά η βασίλισσα ντύθηκε και η φαγουρόσκονη άρχισε να ενεργεί. Όταν τον κάλεσαν στα ιδιαίτερα βασιλικά δωμάτια για να αντιμετωπίσει το περιστατικό, ο Λεόντιος ο ιατρός πληροφόρησε τον βασιλιά και τη βασίλισσα ότι μόνο ένα ειδικό σάλιο, αν εφαρμοστεί για τέσσερες ώρες, θα μπορούσε να θεραπεύσει αυτή τη φαγούρα. Και, σύμφωνα με τα τεστ, το μόνο κατάλληλο σάλιο, ως αντίδοτο, ήταν αυτό του ιππότη Φερδινάνδου, του μεγάλου εξολοθρευτή των δράκων.

Ο βασιλιάς αμέσως προσκάλεσε τον ιππότη Φερδινάνδο στο παλάτι. Ο Λεόντιος ο ιατρός έδωσε στον ιππότη το αντίδοτο της φαγουρόσκονης, το οποίο γρήγορα έβαλε στο στόμα του, και έτσι, για τις επόμενες τέσσερες ώρες, ο ιππότης εργαζόταν με ζήλο πάνω στα πλούσια και υπέροχα στήθη της βασίλισσας. Η φαγούρα πράγματι πέρασε, η βασίλισσα ανακουφίστηκε και ο ιππότης έφυγε ικανοποιημένος και τιμημένος σαν ήρωας.

Όταν ο ιππότης Φερδινάνδος επέστρεψε στο σπίτι του, βρήκε τον ιατρό Λεόντιο, ο οποίος απαίτησε την πληρωμή των 1.000 χρυσών νομισμάτων. Αλλά τώρα που η επιθυμία του είχε εκπληρωθεί, ο ιππότης Φερδινάνδος, επειδή γνώριζε ότι ο Λεόντιος ο ιατρός δεν θα μπορούσε ποτέ να αναφέρει την απάτη που κατασκεύασαν στο βασιλιά, τον έδιωξε χωρίς να του πληρώσει τίποτα.

Την άλλη μέρα ο Λεόντιος ο ιατρός έχυσε μια πολύ μεγάλη δόση φαγουρόσκονης στο εσώβρακον του βασιλιά. Ο βασιλιάς αμέσως εκάλεσε τον ιππότη Φερδινάνδο.

................................................

Ηθικόν δίδαγμα;

Να πληρώνεις τα χρέη σου.
- Ο ιππότης Φερδινάνδος
Βλέπουμε ένα νιόπαντρο ζευγάρι πολύ ερωτευμένο που όμως του λείπει η οικονομική άνεση για να ολοκληρώσει την ευτυχία του. Μια μέρα χτυπά η πόρτα και ένας αλλόκοτος άντρας τους προσφέρει ένα κουτί που έχει επάνω ένα κόκκινο κουμπί.
-Αν πατήσετε αυτό το κουμπί, λέει ο άντρας, θα γίνετε πολύ πλούσιοι και κάποιος που δε γνωρίζετε θα χάσει τη ζωή του.
Ο άντρας φεύγει κι αφήνει πίσω του το ζευγάρι προβληματισμένο.
Μια ολόκληρη εβδομάδα παλεύουν με τη φτώχεια τους και την απόφαση να πατήσουν το κουμπί όταν η γυναίκα προτείνει να το πατήσουν!
-Έτσι κι αλλιώς αυτός που θα πεθάνει, δεν είναι κάποιος που ξέρουμε. Τι μας νοιάζει λοιπόν;
Ο άνδρας συμφωνεί και πατούν μαζί το κουμπί.

Την άλλη μέρα στο κατώφλι του σπιτιού τους εμφανίζεται ξανά ο αλλόκοτος άνδρας που ήρθε να πάρει πίσω το κουτί και να τους γεμίσει με πλούτη.

-Δεν θα χρειαστεί ποτέ ξανά να ανησυχήσετε για χρήματα. Δώστε μου τώρα το κουτί. Πρέπει να το παραδώσω σε κάποιον...που δε γνωρίζετε...
- Το κόκκινο κουμπί
Ένα βράδυ:
-Δάσκαλε τι έχασες να σε βοηθήσω?
-Έχασα το φυλακτό μου.
-Και που το έχασες Δάσκαλε?
-Έξω στον κήπο!
-Τότε γιατί το ψάχνεις μέσα στο δώματιό σου?
-Γιατί εδώ έχει περισσότερο φως.
- Το φυλακτό
ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Όλοι τότε την περιγελούσαν και της έλεγαν «εμείς πάντα το λέγαμε ότι μόνο η αγάπη δεν φτάνει».
Αγέρωχη, με ψηλά το κεφάλι, παρά τα δάκρυα που θόλωναν το βλέμμα της, βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μία λαμπρή θαλαμηγό και τον ρωτάει :
«Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος.
«Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία , που επίσης περνούσε από μπροστά της μʼ ένα εντυπωσιακό σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησε με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου», της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Ευδαιμονία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά κι αυτή δεν της έδωσε σημασία. Χαμένη στον γυάλινο κόσμο της ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
«Λύπη, άφησε με να έρθω μαζί σου»
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη, που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Το Μίσος έριχνε άγριες ματιές στην Αγάπη και η Ειρωνεία μισογελούσε και της μόρφαζε, ενώ συνέχιζαν να κάνουν βόλτες με μια γρήγορη θαλαμηγό, απολαμβάνοντας το θέαμα: το νησί βούλιαζε κι η αγάπη μόνη στʼ ακρογιάλι…

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
«Αγάπη, έλα εδώ. Θα σε πάρω εγώ μαζί μου».
Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε.
Όταν έφτασαν ασφαλείς στην στεριά, ο κύριος την άφησε στο πανέμορφο «λιμανάκι της αγκάλης» και συνέχισε αργά και σίγουρα το δρόμο του.
Η Αγάπη ένοιωσε γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον άγνωστο αλλά ήταν τόση η ταραχή της, που ξέχασε να τον ρωτήσει το όνομά του.

Γνωρίζοντας πόσα του χρωστούσε, που τη βοήθησε, ρώτησε τη Γνώση :
« Γνώση, ποιος με βοήθησε;»
« Ο Χρόνος», της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
« Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».
- Αγάπη και χρόνος
Ένας άντρας είχε αποκλειστεί στη σκεπή του σπιτιού του κατά τη διάρκεια μιας νεροποντής που κατέληξε σε πλημμύρα. Απελπισμένος έπεσε στα τέσσερα και άρχισε να προσεύχεται με ευλάβια.
Λίγο αργότερα πέρασε από εκεί ένας άντρας με μια βάρκα και προσφέρθηκε να τον βοηθήσει.

-Δε χρειάζομαι βοήθεια, είπε ο άντρας στη στέγη. Ο Θεός θα με σώσει!

Έπειτα από λίγο έφτασαν τα σωστικά συνεργεία και προσπάθησαν να τον βοηθήσουν.

-Φύγετε, ούρλιαξε ο άντρας! Ο Θεός θα με σώσει!

Δεν άργησε να βρει φριχτό θάνατο μέσα στα μανιασμένα νερά που τον κατάπιαν...

Όταν έφτασε λοιπόν στον Παράδεισο, είπε στο Θεό:

-Προσευχήθηκα να με βοηθήσεις, μα εσύ με άφησες να πνιγώ.

Και ο Θεός απάντησε:
-Εγώ σου έστειλα μια βάρκα και τα σωστικά συνεργεία...

Τα θαύματα έρχονται στη ζωή μας, πολλές φορές, ενδεδυμένα με το μανδύα της καθημερινότητας.
- ”Θα με βοηθήσει ο Θεός”
Ο Θεός ικανοποιημένος από τα δημιουργήματα του, αποφάσισε να κάνει ένα τελευταίο δώρο σε αυτά...
Να τους δώσει το δώρο του θανάτου κι έτσι να μπορούν κάποια στιγμή να είναι κοντά του...
Στην αρχή έδωσε τον θάνατο στα μεγαλοπρεπή βουνά... όταν όμως πέθανε το πρώτο, τα υπόλοιπα άρχισαν να θρηνούν τόσο δυνατά που σειόταν όλη η γη και τίποτα πάνω της δεν μπορούσε να στεριώσει...
Πήρε το δώρο του θανάτου απ τα βουνά και το έδωσε στα ποτάμια.... όταν όμως πέθανε το πρώτο ποτάμι, ο θρήνος των υπολοίπων ήταν τόσο δυνατός που η βουή που έκαναν δεν μπορούσε με τίποτα να είναι ανεκτή σε κανένα πλάσμα...
Το έδωσε λοιπόν στην συνέχεια στις λίμνες και στις θαλασσες... όμως όταν πέθανε η πρώτη λίμνη, οι υπόλοιπες στέρεψαν και οι θάλασσες ξεχύλισαν...
Τον έδωσε στα σύννεφα, αλλά μετά τα υπόλοιπα κλαιγαν συνεχώς και η βροχή κόντεψε να πλυμηρίσει τα πάντα...
Το δοκίμασε σε όλα τα δημιουργήματα του και στο τέλος έφτασε στον άνθρωπο...
Όταν πέθανε ο πρώτος άνθρωπος, ο Θεός είδε ότι ο άνθρωπος κλαίει βουβά αλλά αντέχει... συνεχίζει και ζει και ... είδε ότι κάποια στιγμή ο άνθρωπος ξαναχαμογελάει...
Ικανοποιημένος από αυτήν την αναπάντεχη εξέλιξη... είδε ότι ο άνθρωπος αξίζει αυτό το μεγάλο δώρο του θανάτου και του το έδωσε για πάντα... για να μπορεί κάποια στιγμή να είναι δίπλα στον δημιουργό του...
- Το δώρο του Θανάτου
Ένας πλούσιος άνθρωπος ζήτησε από έναν δάσκαλο του Ζεν, να γράψει κάτι που θα ενίσχυε την ευημερία της οικογένειάς του τα επόμενα χρόνια.

Σε ένα μεγάλο χαρτί ο Δάσκαλος έγραψε:

«Πατέρας πεθαίνει, γιος πεθαίνει, εγγονός πεθαίνει»

Ο Πλούσιος άνθρωπος θύμωσε πολύ όταν είδε το έργο του Δασκάλου:
«Σου ζήτησα να μου γράψεις κάτι που θα έφερνε χαρά και ευημερία στην οικογένειά μου. Γιατί μου προσφέρεις κάτι τόσο αποκαρδιωτικό;»

«Αν ο γιος σου πέθαινε πριν από σένα» είπε ο σοφός Δάσκαλος, «αυτό θα προκαλούσε αβάσταχτο πόνο στην οικογένεια σου και σε σένα. Αν ο εγγονός σου πέθαινε πριν από το γιο σου, αυτό επίσης θα έφερνε θλίψη. Αν όμως η οικογένειά σου χάνεται γενιά με τη γενιά όπως περιέγραψα, θα είναι η φυσική ροή της ζωής.
Αυτό είναι αληθινή χαρά και ευημερία!»
- Πατέρας πεθαίνει, γιος πεθαίνει, εγγονός πεθαίνει
Ζούσε κάποτε ένας γέρος γεωργός που δούλευε στα χωράφια του για πολλά χρόνια.
Μια μέρα το άλογό του το έσκασε! Οι γείτονες έτρεξαν τότε να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους αφού χωρίς άλογο η εργασία του γεωργού θα γινόταν με δυσκολία.
"Πολύ κακή τύχη" έλεγαν με συμπάθεια.

"Θα δούμε" απαντούσε ο γεωργός...

Την επόμενη μέρα το άλογο γύρισε κι έφερε μαζί του τρία ακόμη άγρια άλογα.
"Τι καλοτυχία!" είπαν τότε οι γείτονες.

"Θα δούμε" απάντησε ο γεωργός...

Μια μέρα αργότερα, ο γιος του γεωργού δοκίμασε να δαμάσει ένα από τα άγρια άλογα και πέφτοντας έσπασε το πόδι του.
Οι γείτονας ήρθαν ξανά να εκφράσουν τη συμπόνια τους:
"Άτυχος στάθηκε ο γιος σου" έλεγαν με γνήσια πικρία.

"Θα δούμε" απαντούσε ο γεωργός...

Ξημερώνοντας η επόμενη μέρα, στρατιωτικοί αξιωματούχοι ήρθαν στο χωριό να στρατολογήσουν νέα παλληκάρια για τον επικείμενο πόλεμο που επρόκειτο να ξεσπάσει. Βλέποντας το σπασμένο πόδι του γιου του γεωργού, τον προσπέρασαν και δεν τον πήραν μαζί τους.
Οι γείτονες σχολίασαν με στόμφο την καλοτυχία του παιδιού και την τροπή που είχε πάρει το ατύχημά του.

Και ο γεωργός απάντησε:

"Θα δούμε...
- To καλό και το κακό
Ένας ιδιοκτήτης pet-shop στην Αυστρία, είχε αναρτήσει μια πινακίδα έξω από
το κατάστημα του, που έγραφε: ΔΙΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΚΟΥΤΑΒΙΑ.

Ένα μικρό αγόρι είδε την πινακίδα και μπήκε στο κατάστημα ρωτώντας:

"Πόσα χρήματα θέλετε για να μου δώσετε ένα κουτάβι";
Ο ιδιοκτήτης απάντησε πως κόστιζαν από 30 έως 50 δολάρια.

Ο μικρός, βγάζοντας ελάχιστα χρήματα από την τσέπη του είπε: "
Δυστυχώς έχω μόνο 2 δολάρια, μπορώ τουλάχιστον να χαζέψω λίγο τα κουτάβια";

Ο ιδιοκτήτης χαμογέλασε και σφύριξε δυνατά.
Μια σκυλίτσα μπήκε στο δωμάτιο, ακολουθούμενη από 5 κουταβάκια.
Το ένα από αυτά κούτσαινε, με αποτέλεσμα να μείνει λίγο πιο πίσω από τα
άλλα κουταβάκια.
Τότε ο μικρός ρώτησε: "Τι έχει αυτό το κουτάβι και κουτσαίνει";
Ο ιδιοκτήτης του εξήγησε πως το κουταβάκι είχε γεννηθεί με πρόβλημα στο
γοφό και πως θα έμενε έτσι σε όλη του τη ζωή.

Ο μικρός ενθουσιασμένος είπε στον μαγαζάτορα:
"θέλω να το αγοράσω" του φώναξε αποφασιστικά.
Ο άντρας γέλασε και του είπε: "Όχι, δεν νομίζω να θέλεις ένα τέτοιο κουτσό
κουτάβι. Αλλά αν επιμένεις μπορώ να σου το χαρίσω"...
Ο μικρός ήταν περήφανος και του είπε ότι θα προτιμούσε να αγοράσει το
κουτάβι έστω και με ευκολίες και θα έκανε τα αδύνατα δυνατά να ξεπληρώσει το χρέος του στον ιδιοκτήτη του pet shop, δίνοντας ένα ποσό κάθε μήνα.

Ο άντρας γέλασε ξανά και είπε: " το κουτάβι αυτό είναι άχρηστο, πραγματικά
δεν σου χρειάζεται, ποτέ δεν θα μπορέσει να τρέξει και να παίξει μαζί σου
όπως τα άλλα σκυλιά...".


Τότε ο μικρός σήκωσε το μπατζάκι από το παντελόνι του και άφησε να
ξεπροβάλλει το αριστερό του πόδι, το οποίο υποστηριζόταν από ένα μεταλλικό
σίδερο.
"Όπως βλέπετε, ούτε και εγώ θα μπορέσω να τρέξω και να παίξω μαζί του...
επομένως το κουτάβι θα έχει κάποιον που το καταλαβαίνει...".


Ο άντρας δάγκωνε τώρα τα χείλη του μην ξέροντας τι να πει.
Δακρυσμένος, προσπάθησε να χαμογελάσει και είπε: "εύχομαι... όλα τα
κουτάβια να βρουν κάποτε ένα ιδιοκτήτη σαν κι εσένα"...


Στην ζωή δεν μετράει το ποιος είσαι αλλά το αν κάποιος σε αγαπά, σε δέχεται
και σε εκτιμά γι' αυτό που είσαι χωρίς όρους.
- Διατίθενται κουτάβια
Απο το βιβλιο "Η Σκοτεινη Πλευρα του Ηλιου" της Χρυσας Δημουλιδου....

Η ΤΡΕΛΑ και η ΛΟΓΙΚΗ ειναι πρωτες ξαδερφες. Κατοικουν στο ιδιο σπιτι σε διαφορετικα δωματια. Στο δωματίο της Τρελας δεν υπαρχουν παραθυρα, δεν υπαρχουν καθρεπτες, δεν υπαρχουν μνημες, επικρατει ακαταστασια, ομως δεν υπαρχει μοναξια. Η Τρελα σερνει τα κουρελια της και τα αχτενιστα μαλλια της με περισσια αξιοπρεπεια. Δεν την ενδιαφερει τι γινεται εξω στον κοσμο. Μιλαει ωρες ατελειωτες με τους τοιχους θεωρωντας τους φιλους της. Ειναι οι φιλοι της - νοιωθει ευτυχισμενη!!

Στο δωματιο της Λογικης υπαρχουν παραθυρα, υπαρχουν καθρεπτες, υπαρχουν μνημες, επικρατει ταξη, καμμιά φορα ομως υπαρχει μοναξια. Η Λογικη, καλοντυμενη και καλοχτενισμενη, δεχεται φιλους, ομως ειναι δυστυχισμενη!

Αν και βρισκονται τοσο κοντα, δεν εχουν καμμια επαφη μεταξυ τους. Καποια μερα ομως ξαφνικα η Λογικη αποφασιζει να χτυπησει την πορταα της εξαδελφης της. Η Τρελα, αν και λιγο ξαφνιασμενη απο την απροσμενη αυτη επισκεψη, την υποδεχεται με ανοιχτη αγκαλια. Οι δυο εξαδελφες αγκαλιαζονται τρυφερα, νοιωθοντας μια περιεργη αγαλλιαση.
Λιγο καιρο αργοτερα η Λογικη ξαναεπισκεπτεται την Τρελλα και αυτο επαναλαμβανεται ολο και πιο συχνα, τοσο που διαπιστωνει, οτι ο τροπος ζωης της εξαδελφης της της ταιριαζει περισσοτερο. Αποφασιζει να συγκατοικησει μαζι της.

Δε σπαταλα πια χρονο σε καθρεπτες, αδιαφορει για την εμφανιση της, για τους φιλους της, σβηνει σιγα σιγα τις μνημες απο το μυαλο της, τ' αφηνει ολα στην τυχη τους και επιτελους αρχιζει να μη νοιωθει αυτη την απεραντη μοναξια, αυτη την απογνωση, αυτον τον πονο που σιγοτρωει τα σωθικα της. Λιγο καιρο αργοτερα νοιωθει λυτρωμενη, ευτυχισμενη και κυριως δεν ποναει πια.

Ο ΠΟΝΟΣ!!! Ο καταραμενος πονος ειναι η βασικη αιτια της αναπαντεχης συμφιλιωσης.
Οι δυο εξαδελφες εχουν γινει πια ενα σωμα, μια ψυχη. Η προσωπικοτητα της Λογικης εχει αφομοιωθει ολοκληρωτικα απο την προσωπικοτητα της Τρελας.

Η Λογικη δεν υπαρχει πια.

Υπαρχει μόνο η Τρελα.
- Τρέλα και Λογική
Ο δάσκαλος Χάκουιν ήταν φημισμένος για την αγνότητα της ζωής του και για την αυστηρότητα των ηθών στη σχολή του. Όλοι τον επαινούσαν.

Μια όμορφη νέα κοπέλα ζούσε με τους γονείς της κοντά στη σχολή. Ξαφνικά έμεινε έγκυος. Οι γονείς της θύμωσαν και ήθελαν να μάθουν ποιος ήταν ο υπαίτιος. Με πολλά παρακάλια και πολλές απειλές τελικά η κοπέλα ομολόγησε πως εραστής της ήταν ο δάσκαλος Χάκουιν.

Εξοργισμένοι οι γονείς πήγαν στο Χάκουιν να του τα ψάλλουν. Εκείνος άκουε.

«Μπα, αλήθεια;» είπε μόνο όταν τέλειωσαν.

Οι γονείς γύρισαν σπίτι. Όταν το παιδί γεννήθηκε το έφεραν στο Χάκουιν και το άφησαν εκεί. Στο μεταξύ ο δάσκαλος δυσφημίστηκε, έχασε την υπόληψή του στην κοινότητα, έχασε και πολλούς μαθητές. Αλλά όποτε κανένας έκανε μνεία για το επεισόδιο εκείνος απαντούσε: «Μπα, αλήθεια;».

Με τη βοήθεια λίγων μαθητών που του έμειναν πιστοί, ο Χάκουιν ανάθρεψε το βρέφος δίνοντάς του όση φροντίδα μπορούσε.

Μετά από λίγους μήνες η κοπέλα δεν μπορούσε να βαστάξει πια. Κλαίγοντας ομολόγησε την αλήθεια: πως ο πατέρας του παιδιού δεν ήταν ο δάσκαλος αλλά ένας νεαρός που δούλευε στην αγορά. Οι γονείς της πήγαν αμέσως στο Χάκουιν, απολογήθηκαν και με πολλές υποκλίσεις ζήτησαν να τους συγχωρέσει. Μετά, φυσικά, ζήτησαν πίσω το παιδί, εκφράζοντας πάλι τη λύπη τους για το σφάλμα που έκαναν.

«Μπα, αλήθεια;» είπε εκείνος κι έδωσε πίσω το βρέφος.
- Μπα, αλήθεια;
Μία μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.Η τρέλα, επειδή λυπήθηκε την ανία, πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει, ενώ η περιέργεια που δεν μπορούσε να κρατηθεί ρώτησε: «τι είναι το κρυφτό»; Ο ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την ευφορία και η χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το δίλημμα και την απάθεια να παίξουν κι αυτοί.

Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν : Η αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και ο άνανδρος δεν ήθελε να ρισκάρει.

«Ένα, δύο, τρία» άρχισε να μετράει η τρέλα…

Η πρώτη που κρύφτηκε πίσω απ΄ τον πρώτο βράχο ήταν η τεμπελιά που βαριόταν. Η πίστη πέταξε στους ουρανούς και η ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του θριάμβου, που με τη δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο. Ο αλτρουισμός δεν μπόρεσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε το άφηνε για κάποιον άλλο, ενώ η γενναιοδωρία κάθε κρυψώνα που έβρισκε την παραχωρούσε σε όποιον της την ζητούσε. Ο εγωισμός αντίθετα βρήκε καλή κρυψώνα, αγνοώντας όλους τους γύρω του, ενώ ξοπίσω του έτρεξε η ρουφιανιά. Το ψέμα κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού, ενώ το πάθος και ο πόθος κρύφτηκαν μέσα σ΄ ένα ηφαίστειο.
Ο έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
«....1000» μέτρησε η τρέλα και άρχισε να ψάχνει.

Την πρώτη που βρήκε ήταν η τεμπελιά, αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την πίστη που μίλαγε φωναχτά στον ουρανό με το Θεό. Ένιωσε το σεισμό του πόθου και του πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και, αφού βρήκε τη ζήλια, δεν δυσκολεύτηκε να βρει και το θρίαμβο που θριαμβολογούσε για την κρυψώνα του. Βέβαια, βρήκε πολύ εύκολα το δίλημμα που δεν είχε αποφασίσει ακόμα που να κρυφτεί. Η γενναιοδωρία αποκαλύφθηκε μόνη της για να βοηθήσει, οπότε ο αλτρουισμός φιλοτιμήθηκε και βγήκε δίπλα της. Στο μεταξύ, η ρουφιανιά, πηγαίνοντας να καρφώσει τον εγωισμό, αποκαλύφθηκε μαζί του.

Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους, εκτός απ΄ τον έρωτα. Η τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα κι απ΄ το θυμό της άρχισε να τον κλωτσάει νευρικά, ώσπου ακούστηκε ένα βογγητό πόνου. Ήταν ο έρωτας, που τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς τον είχαν τυφλώσει!

Η τρέλα ταράχτηκε, δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη… Στο τέλος, μην μπορώντας να ξαναδώσει το φως του στον έρωτα, ορκίστηκε να γίνει ο οδηγός του.

Κι από τότε, ο Έρωτας είναι τυφλός και η Τρέλα τον συνοδεύει !
- Το παιχνίδι των Αισθήσεων
Δύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Στον έναν επιτρέπονταν να μένει καθιστός μία ώρα το απόγευμα γιατί τον βοηθούσε να φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες.

Το κρεβάτι που βρισκότανε ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου. Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει έξω από το παράθυρο.

Οι άντρες κατέληξαν να μιλάνε ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους ,τις δουλειές τους, την θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές. Κάθε απόγευμα ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικο του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου.

Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει για αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες, που η άποψη του μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου.

Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.

Καθώς ο άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε. Ένα απόγευμα ο άντρας που ήταν δίπλα στο παράθυρο, περίγραφε μια παρέλαση που περνούσε. Παρόλο που ο άντρας στο δίπλα κρεβάτι δεν μπορούσε να ακούσει τον ήχο της μπάντας, μπορούσε και μόνο με τα μάτια του μυαλού του να δει τους κλόουν που χόρευαν, τα πολύχρωμα άρματα και τα όμορφα διακοσμημένα αυτοκίνητα και άλογα.

Οι μέρες πέρασαν. Ο άντρας που δεν μπορούσε να δει από το παράθυρο άρχισε να επιτρέπει σπόρους έχθρας να αναπτύσσονται μέσα του. Όσο και να εκτιμούσε τις περιγραφές του συγκατοίκου του, εύχονταν μέσα το να ήταν αυτός ο οποίος θα μπορούσε να δει την θέα από το παράθυρο. Άρχισε να αποστρέφεται στον συγκάτοικο του και στο τέλος ο πόθος του να είναι δίπλα στο παράθυρο τον έφερε σε απόγνωση.

Ένα πρωινό σε μια επίσκεψη της νοσοκόμας στο δωμάτιο βρήκε τον άντρα δίπλα στο παράθυρο νεκρό. Είχε πεθάνει ειρηνικά μέσα στον ύπνο του. Λυπημένα κάλεσε τους νοσοκόμους και απομάκρυνε το πτώμα του.

Μετά από ένα χρονικό διάστημα για να μην θεωρηθεί και απρέπεια ο άντρας ζήτησε να μετακινηθεί στο κρεβάτι που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο. Εκείνη με πολύ προθυμία τον μετακίνησε και φρόντισε να είναι άνετος. Σιγά-σιγά στηρίχθηκε με πόνο στον αγκώνα του να σηκωθεί να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο. Επιτέλους θα μπορούσε να δει τον έξω κόσμο και όλες τις δραστηριότητες του.

Αυτό που είδε ήταν ένας κενός τοίχος!

Κάλεσε την νοσοκόμα και την ρώτησε: Πώς μπορούσε ο συγκάτοικος μου να βλέπει όλα αυτά που μου περίγραψε; Πώς μπορούσε να μου μιλάει για τόσο ομορφιά και με τόσες λεπτομέρειες, όταν αυτό που φαίνεται από αυτό εδώ το παράθυρο είναι ένας παλιός και βρώμικος τοίχος;

Και η νοσοκόμα του απάντησε: "Ω Θεέ μου... Δεν το ξέρατε πως ο πρώην συγκάτοικος σας ήταν τυφλός; Δεν μπορούσε να δει καν τον τοίχο, ίσως ήθελε να σας ενθαρρύνει."

Εάν ζείτε μια ζωή βασανίζοντας τον εαυτό σας για το τι έχουν οι άλλοι, πιθανότατα να χάσετε την χαρά του να γίνετε αποδέκτες αυτών που οι άλλοι θέλουν να σας δώσουν.
- Ο άρρωστος που ήθελε να δει τον ήλιο
Ένας λαγός έτρεχε αμέριμνος στο δάσος. Τον συναντάει ξαφνικά ένας λύκος. Καθώς ανοίγει το στόμα να τον φάει... "Άλτ", του φωνάζει ο λαγός. "Ξέρεις ποιός είμαι εγώ; Είμαι ο λαγός που γράφει διδακτορική διατριβή με θέμα "Η υπεροχή των λαγών έναντι των λύκων". "Τί λες; Πολύ ενδιαφέρον", του λέει ο λύκος. "Πάμε να μου δείξεις τη δουλειά σου". Ξεκινάνε λοιπόν και φτάνουνε σε μια κουφάλα ΄δεντρου. Μπαίνουν μέσα, αλλά μετά από λίγο βγαίνει από την κουφάλα μόνο ο λαγός και συνεχίζει τη βόλτα του...

Η ίδια ιστορία συνεχίζεται με πανομοιότυπο τρόπο αρκετές φορές...

Την νιοστή φορά ο λαγός βγαίνει να περιπατήσει στο δάσος, τον πραλαβαίνει ένας λύκος αλλά πριν τον φάει.. "Αλτ! Ξέρεις ποιός είμαι εγώ; Είμαι ο λαγός που κάνει διδακτορική διατριβή με θέμα "Η υπεροχή των λαγών έναντι των λύκων". "Σοβαρά; Πάμε να μού δείξεις".

Μπρος ο λαγός - πίσω ο λύκος, φτάνουν στη γνωστή κουφάλα. Μπαίνουν μέσα. Τί να δει ο λύκος.. Ένα δωμάτιο γεμάτο χαρτιά, σημειώσεις, δισκέτες, γραφήματα... "Τί ακαταστασία είναι αυτή" διαμαρτύρεται ο λύκος. "Δεν καταλαβαίνω τίποτα". "Ναι, απαντάει ο λαγός, "η αλήθεια είναι ότι στο διπλανό δωμάτιο είναι πιο σαφή τα αποτελέσματα της έρευνάς μου".

Μπαίνουν στο διπλανό δωμάτιο και βλέπουν ένα λιοντάρι με μία κοιλιά μέχρι εκεί πάνω, να ροχαλίζει....

Ηθικό Δίδαγμα: Για τη διδακτορική διατριβή, δεν παίζουν σημαντικό ρόλο ούτε το θέμα, ούτε το υλικό, παρά μόνο ο επιβλέπων καθηγητής.
- Ο λαγός και η διδακτορική διατριβή
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας καλός πατέρας με τις δύο κόρες του που υπεραγαπούσε εξίσου.
Μεγάλωσαν γρήγορα με τη σωστή καθοδηγησή του και όταν ήρθε η ώρα να παντρευτούν, η μια διάλεξε ένα γεωργό και η άλλη έναν αγγειοπλάστη.

Πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια και ο καλός πατέρας αποφάσισε να πάει να επισκεφτεί τις κόρες τους στα νοικοκυριά τους.

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει στο σπίτι της γυναίκας του Γεωργού.
-Πως είναι κόρη μου η ζωή σου; Είσαι ευτυχισμένη;
-Απ' όλα τα καλά έχω πατέρα και ο άντρας μου με αγαπά. Το μόνο που θα 'θελα είναι να ρίξει μια βροχή να ποτίσει τα χωράφια που έχουμε φυτέψει τους σπόρους και περιμένουμε να μεγαλώσουν τα σπαρτά. Αν μ'αγαπάς πατέρα, βροχή να εύχεσαι για μένα!

Ο πατέρας έφυγε χαρούμενος και στο μυαλό του είχε μονάχα μια ευχή: Να βρέξει για το καλό της κόρης του και του γαμπρού του.

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει στο σπίτι της γυναίκας του Αγγειοπλάστη.
-Πως είναι κόρη μου η ζωή σου; Είσαι ευτυχισμένη;
-Απ' όλα τα καλά έχω πατέρα και ο άντρας μου με αγαπά. Το μόνο που θα 'θελα είναι να έχει καλοκαιρία τις επόμενες μέρες γιατί έχουμε πλάσει ένα σωρό αγγεία και περιμένουμε να στεγνώσουν για να τα μοσχοπουλήσουμε. Αν μ'αγαπάς πατέρα, ήλιο να εύχεσαι για μένα!

Και τώρα;
Τι να ευχηθεί ο δύστυχος πατέρας...
---------
Δεν μπορείς ποτέ να τους ικανοποιήσεις όλους...Άσε που καμιά φορά δεν υπάρχει σωστό και λάθος.
- Ο γεωργός και οι κόρες του
Ένας γέρος Ινδιάνος μιλάει στον εγγονό του.
-Μέσα μου παλεύουν τα πνεύματα δυο λύκων.
Ο ένας είναι αιμοβόρος, άγριος,ύπουλος, εγωιστής κι εκδικητικός.
Ο άλλος είναι πράος, ήρεμος, γεμάτος καλοσύνη κι αγάπη.
Ο εγγονός τον κοίταζε απορημένος.
-Μην απορείς, του είπε ο γέρος και μέσα σου η ίδια πάλη γίνεται.Υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο.
Ο μικρός σκέφτηκε λίγο και μετά ρώτησε:
-Και στο τέλος ποιος απο τους δύο θα κερδίσει?
-Αυτός που θα ταίσεις.
- Η πάλη των λύκων
Back
Top