Γνωμικά, Παροιμίες & Διδακτικές Ιστορίες!

Εδώ μπορείτε να βρείτε γνωμικά διάσημων ή και άσημων ανθρώπων, παροιμίες κυρίως ελληνικές, διδακτικές ιστορίες, έως και... γνωμικά των μελών του e-steki!
Μην διστάσετε να προσθέσετε κι εσείς γνωμικά που σας έχουν σημαδέψει ή ακόμα και δικής σας επινόησης!
Enjoy!

Βρες Γνωμικά

Ο μεγάλος μάγος έβαλε ένα αίνιγμα:
Απʼ όλα τα πράγματα του κόσμου, ποιο είναι το πιο μεγάλο και το πιο μικρό, το πιο σύντομο και το πιο μακρύ, το πιο διαιρετό και το πιο εκτεταμένο, το πιο παραμελημένο και το πιο ποθητό, που χωρίς αυτό τίποτα δεν μπορεί να γίνει, που καταβροχθίζει τα ασήμαντα και ζωογονεί τα σημαντικά και μεγάλα;

Άλλοι είπαν ότι ήταν η Τύχη, άλλοι η Γη, άλλοι το Φως.

Ο μεγάλος μάγος απάντησε πως ήταν ο Χρόνος.

Τίποτα δεν είναι πιο μεγάλο, αφού αυτός είναι το μέτρο της αιωνιότητας.
Τίποτα δεν είναι πιο μικρό, αφού δεν μας φτάνει για τα σχέδιά μας.
Τίποτα δεν είναι πιο μακρύ, γιʼ αυτόν που περιμένει.
Τίποτα δεν είναι πιο σύντομο, γιʼ αυτόν που χαίρεται.

Εκτείνεται σιγά σιγά μέχρι το άπειρο.

Όλοι οι άνθρωποι τον παραμελούν και όλοι λυπούνται όταν πάει χαμένος.

Τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτόν.

Μας κάνει να ξεχνάμε τα ανάξια και χαρίζει αθανασία στα μεγάλα πράγματα
- Το αίνιγμα
Μια γυναίκα κουτσομπόλευε με τις φίλες της έναν άνδρα γείτονα τους, που μετά βίας γνώριζαν. Την ίδια νύχτα η γυναίκα, είδε ένα όνειρο: Ένα θεόρατο χέρι εμφανίστηκε επάνω από το κεφάλι της, δείχνοντάς την επικριτικά.
Αμέσως καταλήφθηκε από ένα αδυσώπητο αίσθημα ενοχής.

Την επόμενη μέρα πήγε να εξομολογηθεί. Βρήκε έναν ηλικιωμένο πνευματικό της ενορίας της και του εξιστόρησε τα καθέκαστα: «Είναι αμαρτία το κουτσομπολιό;» τον ρώτησε. «Ήταν το επικριτικό χέρι του Θεού, αυτό που με σημάδευε; Πρέπει να ζητήσω συχώρεση πάτερ; Έκανα κάτι κακό;»
«Ναι,» απάντησε ο ιερωμένος. «Ναι, ανόητη και άξεστη γυναίκα! Διέδωσες ψεύδη για το γείτονά σου. Έπαιξες άσκοπα με την υπόληψή του και θα ʽπρεπε βαθιά να μετανοείς».

Η γυναίκα δήλωσε μετανιωμένη και ζήτησε συχώρεση.

«Όχι τόσο γρήγορα,» απάντησε ο παπάς. «Θέλω να γυρίσεις σπίτι σου, να πάρεις ένα μαξιλάρι και να ανέβεις στη στέγη του σπιτιού σου∙ εκεί, θέλω να ξεκοιλιάσεις το μαξιλάρι με ένα μαχαίρι κι έπειτα να γυρίσεις πάλι εδώ».
Η γυναίκα γύρισε σπίτι της, πήρε ένα μαξιλάρι από το κρεβάτι της κι ένα μαχαίρι από την κουζίνα, ανέβηκε στη στέγη του σπιτιού της και το μαχαίρωσε.
Έπειτα γύρισε στον ιερωμένο.

-Έσχισες το μαξιλάρι όπως σου ζήτησα; τη ρώτησε εκείνος.
-Ναι, πάτερ.
-Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα;
-Πούπουλα, απάντησε εκείνη, πούπουλα παντού! Η γειτονιά μας, γέμισε με πούπουλα!
-Τώρα θέλω να γυρίσεις πίσω και να τα μαζέψεις όλα, ένα-ένα.
-Μα αυτό δε μπορεί να γίνει. Δε ξέρω που κατέληξαν. Ο άνεμος τα παρέσυρε μακριά και τα σκόρπισε παντού.

-Έτσι ακριβώς, είπε ο ιερωμένος, συμβαίνει και με το κουτσομπολιό.

(από την ταινία Doubt)
- Πούπουλα στον άνεμο
Μια φορά και έναν καιρό ήταν κάποτε η Αλήθεια ,ήταν μια πανέμορφη γυναίκα.Όλος ο κόσμος την αγαπούσε και την έβαζε στο σιτίτι του. Από την άλλη μεριά, ένα κακάσχημο τέρας,που μόνο στην όψη του τρόμαζε τους ανθρώπους,αναγκαζόταν να ζει κρυμμένο στις σπηλιές,πάντα έβρισκε τις πόρτες του κόσμου κλειστές για αυτό...

Έτσι λοιπόν αποφάσισε να κυρήξει πόλεμο στην αλήθεια...

Βρέθηκαν σε ένα ξέφωτο έτοιμοι για Μάχη .. Δέκα μέρες και δέκα νύχτες πάλευαν ασταμάτητα,τα σπαθιά τους έβγαζαν φλόγες,τίποτα δεν σταμάταγε το Ψέμα μέχρι να υπάρξει κάποιος νικητής. Η Αλήθεια πάλευε με όλη της την δύναμη.Η κούραση ήταν χαραγμένη στα πρόσωπα τους , αλλά κανείς νικητής κανείς νικημένος ακόμα.

Για μια στιγμή βρήκαν το κουράγιο να σηκώσουν και οι δυο τα σπαθιά τους,η ένταση ήταν στο ζενίθ της,ο στόχος ήταν το κεφάλι του αλλουνού.. Τι σύμπτωση όμως...Η Αλήθεια κατάφερε να κόψει το κεφάλι του Ψέματος και το Ψεμα να κόψει το κεφάλι της Αλήθειας...

Για μια στιγμή σιγή... Άρχισαν να ψάχνουν στα τυφλά τα κεφάλια τους. Δυστυχώς όμως η Αλήθεια πήρε το κεφάλι του Ψέματος και το Ψέμα το κεφάλι της Αλήθειας.....

Και απο τότε ο κόσμος δυσκολεύετε να τους αναγνωρίσει..Το ψέμα γίνεται αλήθεια και η αλήθεια ψέμα.....
- Η Αλήθεια & το Ψέμα
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς, που πίστευε πως ήταν σοφός και δίκαιος κι ονειρευόταν να φέρει την ευημερία και την ευτυχία στους υπηκόους του. Ήθελε, όταν διάβαινε τους δρόμους του βασιλείου του με την αστραφτερή του άμαξα, ο λαός να τον επευφημεί και να εκδηλώνει την αγάπη και την αφοσίωσή του με κάθε τρόπο. Έτσι και συνέβαινε. Τόσο μάλιστα σοφό και δίκαιο θεωρούσε τον εαυτό του, που αποφάσισε να αντικαταστήσει τους δικαστές και να δικάζει μόνος του όλες τις σοβαρές υποθέσεις.

Όμως τελευταία τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά. Οι χειμώνες άρχισαν να γίνονται δυσκολότεροι, οι φόροι ολοένα και βαρύτεροι, οι νόμοι διαρκώς σκληρότεροι και ο λαός όλο και πιο δυσαρεστημένος. Ο βασιλιάς τελευταία κυβερνούσε δεσποτικά, δίκαζε με αναλγησία και ζούσε μέσα στην πολυτέλεια, μακαρίζοντας τον εαυτό του για τη σοφία με την οποία τον είχε προικίσει ο Θεός, ο οποίος τον είχε επιλέξει για να κυβερνά τους ανθρώπους. Όταν λοιπόν διάβαινε τους δρόμους του βασιλείου του με την αστραφτερή του άμαξα, ο κόσμος τον επευφημούσε κι εκδήλωνε την αγάπη και την αφοσίωσή του με κάθε τρόπο. Ο βασιλιάς έγνεφε από το παράθυρο, όλος μακαριότητα. Δεν γνώριζε όμως πως ανάμεσα στο πλήθος βρίσκονταν εκατοντάδες άντρες της μυστικής του αστυνομίας, οι οποίοι συλλάμβαναν και βασάνιζαν όποιον τολμούσε να μη χειροκροτά μʼ ενθουσιασμό, ή δεν φώναζε αρκετά δυνατά.

Κάποια νύχτα, την ώρα που ο βασιλιάς διοργάνωνε τσιμπούσι για τους πολυαγαπημένους του κόλακες, εμφανίστηκε στην πύλη του παλατιού ένας γέρος τυφλός ζητιάνος. Ήταν καμπουριαστός και στηριζόταν σε ένα μακρύ ραβδί, φορούσε κάπα και κουκούλα, που κρατούσε τα τυφλά του μάτια στη σκιά, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του. Οι φρουροί, μετά από εντολή του βασιλιά, αφού οι οδοιπόροι έφερναν πάντοτε νέα από τον έξω κόσμο, τον οδήγησαν στη μεγάλη αίθουσα όπου διεξαγόταν η γιορτή και τον έβαλαν σε μια γωνιά κοντά στο μεγάλο τζάκι, δίνοντάς του κρέας και ψωμί για να χορτάσει και κρασί για να μεθύσει και να διασκεδάσει. Εκείνος κάθισε ήρεμα στη γωνιά του, δίχως να πει κουβέντα. Φαινόταν να παρακολουθεί αδιάφορα χωρίς να βλέπει, το γλέντι, τα εύθυμα χαχανητά και τα τραγούδια των μεθυσμένων συνδαιτυμόνων, το λάγνο χορό των παλλακίδων, την οργιαστική μουσική των αυλών και των λαούτων.

Ξάφνου, σηκώθηκε και χτύπησε τρεις φορές το ραβδί του στο μωσαϊκό του πατώματος, τόσο δυνατά, που κάθε άλλος ήχος της γιορτής σταμάτησε απότομα. Μέσα στη μεγάλη αίθουσα έπεσε σιωπή και αμηχανία. «Είμαι τυφλός κι όμως βλέπω καλύτερα από εσένα», αντήχησε στεντόρεια η φωνή του γέροντα, «είμαι φτωχός κι όμως εσύ έχεις λιγότερα από μένα, είμαι αμόρφωτος και πάλι εσύ γνωρίζεις πιο λίγα από του λόγου μου, είμαι άκληρος μα το βασίλειό σου είναι πιο μικρό απʼ το δικό μου, βασιλιά μου.» Όλοι έμειναν άναυδοι να κοιτάν τον ξένο, μην μπορώντας να πιστέψουν το παράτολμο θράσος του. Η σαστιμάρα τους έγινε ακόμη μεγαλύτερη, αφού ο γέρος έδειχνε τώρα ψηλός κι ευθυτενής και ανέδιδε έναν αέρα ανυπέρβλητης δύναμης και φυσικής εξουσίας, ενώ τα τυφλά του μάτια γυάλιζαν σαν πυρωμένα κάρβουνα, μέσα απʼ τη σκιά της κουκούλας του. Αγανακτισμένος ο βασιλιάς έδωσε εντολή στους φρουρούς του να συλλάβουν τον ασεβή γέροντα, όμως πριν προφτάσει κάποιος να κινηθεί, εκείνος χτύπησε για μία ακόμη φορά τη ράβδο του στο πάτωμα και τότε όλοι μέσα στην αίθουσα έπεσαν σʼ έναν βαθύ λήθαργο, βαρύ σαν μολύβι...

...Ο βασιλιάς, βρέθηκε να στέκεται όρθιος μέσα σε μια μεγάλη αίθουσα, γεμάτη με καθρέπτες. Παραζαλισμένος ακόμη από την βαθιά, μαγική του νάρκη, παρατήρησε πως η αίθουσα ήταν αχανής κι ολόκληρη ασφυκτικά γεμάτη από το είδωλό του. Εκατομμύρια αντανακλάσεις του εαυτού του γέμιζαν το χώρο, που έδειχνε να εκτείνεται ως το άπειρο, και τίποτε άλλο δεν μπορούσε να δει εκτός από την αφεντιά του, προφίλ, ανφάς, από την πλάτη, από πάνω ή από κάτω. Κάθε του κίνηση δημιουργούσε ένα πολύχρωμο και βιαστικό πλήθος, που έτρεχε προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάποιες αντανακλάσεις έδειχναν χαρούμενες, άλλες θλιμμένες, μερικές γεμάτες οργή κι άλλες εντυπωσιασμένες, σε περίσκεψη ή σε παροξυσμό, ανάλογα με τη γωνία που κάθε φορά κοιτούσε. Η ακουστική του χώρου ήταν τέτοια που με κάθε ήχο που έβγαζε, το πλήθος των ειδώλων του αποκτούσε λαλιά, πολύβουο, πολυάσχολο και ταραχώδες.

«Σου αρέσει ο κόσμος σου βασιλιά;» ακούστηκε περιπαικτική η φωνή του γέρου.
«Σε διατάζω να με αφήσεις να φύγω τώρα, ειδάλλως η εκδίκησή μου θα είναι τρομερή!!» έκανε ο βασιλιάς με την συνήθεια που είχε να προστάζει. Το πλήθος των ειδώλων άρχισε να βρυχάται απειλητικά.
«Δεν ανήκω στον κόσμο σου βασιλιά, ούτε υπόκειμαι στους νόμους σου, οπότε άδικα προσπαθείς να με προστάξεις» ανταπάντησε ο γέρος, όμως η φωνή του έμεινε ξεκάθαρη και χωρίς αντίλαλο. «Το είδωλό μου δεν ανακλάται απʼ τους καθρέπτες, και δεν έχω ηχώ. Δεν μπορείς να με δεις κι αν και ακούς τη φωνή μου, δεν είσαι ικανός να με ακούσεις.»
Ο βασιλιάς γύρισε απότομα να κοιτάξει, δημιουργώντας ένα γιγάντιο κύμα από περιστροφικές κινήσεις κεφαλιών που σάρωσαν το χώρο, αλλά μάταια. Ο γέρος δεν φαινόταν πουθενά. «Είμαι τυφλός και γιʼ αυτό μπορώ να βγω όποτε θέλω απʼ την αίθουσα. Σου εύχομαι καλή τύχη βασιλιά», ακούστηκε για τελευταία φορά η φωνή του.

Εξοργισμένος ο βασιλιάς, άρχισε να βρίζει, νʼ απειλεί και να μαίνεται, προκαλώντας μια τέτοια θηριώδη αναμπουμπούλα, που φοβήθηκε κι αυτός ο ίδιος. Ήταν φανερό πως ο γέρος είχε φύγει από την αίθουσα. Μετά ο βασιλιάς γέλασε με αυταρέσκεια. Ήταν τόσο σοφός, που θα έβρισκε τη λύση στο γρίφο και το σωστό δρόμο που οδηγούσε έξω από το λαβύρινθο. Ήταν απλά θέμα χρόνου και λογικής. Θα αποδείκνυε στον απαίσιο γέρο γητευτή ότι τα έβαλε με λάθος άνθρωπο. Θα έβρισκε την έξοδο και μετά θα γκρέμιζε αυτό το αρρωστημένο κατασκεύασμα και δεν θα ησύχαζε εάν δεν παρέδιδε το μάγο στον πιο μοχθηρό του δήμιο. Κανείς δεν μπορούσε να παίζει έτσι μʼ έναν βασιλιά, όπως του λόγου του. Άρχισε να κινείται προσεκτικά και ψηλαφώντας, ανάμεσα στους επενδυμένους με καθρέπτες διαδρόμους. Μεθοδικά, με προσοχή και με σύστημα, σίγουρος ότι με κάθε βήμα του πλησίαζε την έξοδο. Περιπλανήθηκε, περιπλανήθηκε, ώσπου έχασε την αίσθηση του χώρου και του χρόνου και του φαινόταν πως περπατούσε για χρόνια. Η αίθουσα δεν τελείωνε ποτέ και η έξοδος δεν βρισκόταν πουθενά. Πεινούσε, διψούσε κι ήταν αποκαμωμένος.

Κάθισε κάτω νιώθοντας για πρώτη φορά ανήμπορος. Εδώ και κάμποση ώρα είχε χάσει εντελώς την πίστη του στις ικανότητές του. Έβλεπε με τρόμο το θάνατο από πείνα και δίψα να πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Άρχισε να λυπάται για τον εαυτό του. Ήταν το αθώο θύμα ενός καταραμένου μαύρου μάγου, που ζήλεψε την ευημερία του βασιλείου του και την ευτυχία των υπηκόων του και τον καταράστηκε σκληρά. Ο Θεός τού ανταπέδωσε με κακό, τα καλά και τις αγαθοεργίες που είχε κάνει, με αδικία τη δικαιοσύνη του. Δεν αξίζει να πιστεύει κανείς σε έναν τέτοιο άδικο και κακό Θεό. Εάν έβγαινε από εδώ, θα γκρέμιζε όλους τους ναούς στο βασίλειο. Ακόμη καλύτερα, θα τους έκανε στάβλους για τα άλογά του, ή πορνεία, ή φυλακές.

Άρχισε να κλαίει από οργή και απόγνωση, ενώ τα είδωλά του έβγαζαν φρικιαστικούς θρήνους και οιμωγές. Μαζί με τα δάκρυα ξεχείλισε και η απελπισία, αντάμα και η βία. Σήκωσε το σκήπτρο του και άρχισε να χτυπάει τους καθρέπτες, ελπίζοντας πως αν τους έσπαζε όλους, θα έβρισκε την έξοδο· του κάκου όμως! Οι μαγεμένοι καθρέπτες δεν έδειξαν να υπολογίζουν τα χτυπήματά του. Ένα αλαλλάζον πανδαιμόνιο γεννιόταν με κάθε του προσπάθεια, ώσπου στο τέλος δεν άντεξε άλλο και σωριάστηκε στα γόνατα, με τα χέρια στʼ αυτιά του και τα μάτια του ερμητικά κλειστά.

Ξαφνικά όλα ηρέμησαν. Οι ήχοι καταλάγιασαν, οι αντανακλάσεις εξαφανίστηκαν. Ήταν η πρώτη φορά, εδώ και -κανείς δεν ξέρει πόσον- καιρό, που δεν έβλεπε πια τον εαυτό του. Ήταν η πρώτη φορά, από τότε που ξεκίνησε τούτο το κακό, που ένιωσε ένα ανθρώπινο συναίσθημα ανακούφισης. Πόσο όμορφα αισθανόταν, χωρίς τον όχλο των ειδώλων του, που παραληρούσε!
Παραδόθηκε σʼ έναν λυτρωτικό ύπνο, για πολλές ώρες και ξύπνησε νιώθοντας άλλος άνθρωπος. Δεν βιάστηκε όμως νʼ ανοίξει τα μάτια. Δεν άντεχε να δει ξανά το ίδιο του το βλέμμα, να τον κοιτά πεινασμένο μέσα από κάθε δυνατή κατεύθυνση, πίσω από κάθε πιθανή γωνία. «Κάθε πιθανή γωνία;» αναρωτήθηκε άξαφνα. «Κάθε πιθανή γωνία... Και ο τυφλός μπορεί να βγει όποτε θέλει από δω, χωρίς δυσκολία;» άρχισε να δουλεύει το μυαλό του. Τότε, άξαφνα, όπως ένας αρχαίος σοφός που πετάχτηκε γυμνός απʼ το μπάνιο του, κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Άνοιξε με προσοχή τα μάτια, προσπαθώντας να βλέπει όσο το δυνατόν λιγότερο γύρω του. Κοιτούσε χαμηλά, κρατώντας τα δυο του χέρια σε μικρή απόσταση μπροστά στα μάτια του, ώστε να βλέπει μόνο στο πλάι, με τις άκρες των ματιών. Περπατώντας στα τέσσερα, άρχισε νʼ ανιχνεύει το χώρο, ώσπου τελικά βρήκε μια οπτική γωνία, στην οποία δεν φαινόταν καμμία του αντανάκλαση. Όταν δεν έβλεπε πια τον εαυτό του, είδε πολύ απλά την έξοδο. Βρισκόταν ακριβώς μπροστά στο σημείο που στεκόταν αρχικά, όταν άκουσε το γέρο να του εύχεται «καλή τύχη». Όταν βγήκε έξω απʼ την αίθουσα, πρόσεξε ότι δεν ήταν μεγαλύτερη από τα ιδιαίτερα διαμερίσματά του στο παλάτι, όπου περνούσε τον περισσότερο χρόνο του. Κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας πικρόχολα.

«Αυτός ήταν μέχρι σήμερα ο κόσμος σου βασιλιά» ακούστηκε και πάλι η γνώριμη φωνή. Ο βασιλιάς γύρισε και τον είδε να σαλεύει, μια σκιά μέσα στις σκιές. «Το βασίλειό σου, ποτέ δεν ήταν μεγαλύτερο από ένα δωμάτιο κι ο απέραντος κόσμος σου, έβρισκε διαρκώς πάνω σε τοίχους. Ποτέ σου δεν αντίκρισες κανέναν, εκτός απʼ τον εαυτό σου. Όλοι γύρω σου, ο λαός, οι στρατιώτες, οι κόλακες, οι υπουργοί σου, ήταν αντανακλάσεις του ειδώλου σου, καθρέπτης μέσα σε καθρέπτη, αναπαραστάσεις του Εγώ σου. Ήσουν πάντοτε μόνος, ανάμεσα στο συρφετό των πολλαπλών σου ειδώλων. Γιʼ αυτά ήταν η σοφία, γιʼ αυτά κι η δικαιοσύνη σου, γιʼ αυτά η ευημερία κι η ευτυχία. Γιʼ αυτά η ματαιότητα, γιʼ αυτά κι οι εκδηλώσεις αγάπης κι αφοσίωσης…» Έκανε μια παύση, σαν κάτι να στοχάζονταν. «Χαίρομαι ειλικρινά, που βρήκες την έξοδο προς τον πραγματικό κόσμο βασιλιά» συνέχισε.

Ο βασιλιάς δεν ένιωθε πια οργή, ούτε και φόβο για το γέρο. Μέσα του άρχισε να σαλεύει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα σεβασμού. «Κι αν δεν έβρισκα την έξοδο; Θα με άφηνες να πεθάνω;» ρώτησε με κάποιο παράπονο στη φωνή του.
«Κανείς δεν μπαίνει στην Αίθουσα με τους Καθρέπτες εάν δεν είναι ήδη ικανός να βρει την έξοδο. Άλλωστε, ήμουν πίσω σου σε όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας σου, αλλά εσύ ήσουν τόσο απασχολημένος με το να χαζεύεις το είδωλό σου και να σχεδιάζεις τι θα μού ʽκανες εάν μʼ έβρισκες, που φυσικά δεν μπορούσες να με δεις» απάντησε σοβαρά ο γέροντας. «Γύρισε στο παλάτι σου τώρα και να γίνεις καλύτερος κυβερνήτης.»
Ο βασιλιάς δεν βρήκε τίποτε να πει, ίσως από ντροπή, ίσως από επίγνωση και γύρισε να φύγει. Όταν είχε κάνει τρία βήματα, κοντοστάθηκε και γύρισε ξανά προς τα πίσω. «Ποιος είσαι;» ρώτησε το γέρο.
«Είμαι ο οδηγός σου» αποκρίθηκε αυτός. Τότε, μέσα απʼ τις σκιές, ο βασιλιάς είδε εμβρόντητος να προβάλει, ένα δεκάχρονο αγόρι, λουσμένο στο φεγγαρόφωτο. «Εγώ δεν έχω μορφή. Είναι τα δικά σου μάτια που άλλαξαν και με βλέπουν διαφορετικό» του είπε, σαν να διάβασε τη σκέψη του. «Είθε με τα μάτια αυτά να κυβερνήσεις…»

Εκείνη τη στιγμή, η πρώτη ακτίνα της αυγής, αχνοφώτισε τον ουρανό. Πίσω της γοργά ο ήλιος καβαλάρης ροβόλησε τις ράχες των βουνών∙ κι ο βασιλιάς αντίκρυσε για πρώτη φορά το βασίλειό του.
- Great Chaos από e-steki.gr
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιερωμένος πολύ ευσεβής. Ήταν μάλιστα και πνευματικός κι εξομολογούσε τους πιστούς. Έτσι, έκρινε τα αμαρτήματα των ανθρώπων και τους έβαζε να μετανοούν. Έφτασε να πιστεύει πως ξέρει τι είναι το καλό και το κακό.

Ένα πρωί, του εμφανίστηκε ένας άγγελος. "Ο Θεός με έστειλε για να σου δείξω κάτι", του είπε. Τον πήρε και τον μετέφερε με θαυμαστό τρόπο πίσω από ένα θάμνο. "Πες μου τι βλέπεις;", τον ρώτησε. "Βλέπω έναν πλάτανο με παχύ ίσκιο και μια βρύση με δροσερό νερό να ρέει πλάι του", αποκρίθηκε αυτός. "Τώρα θα πρέπει να μου ορκιστείς ότι δεν θα επέμβεις ή έστω μιλήσεις, ό,τι και να δεις να συμβαίνει", τον πρόσταξε ο άγγελος. Ο ιερέας ορκίστηκε με κατάνυξη.

Μετά από λίγο, εμφανίστηκε ένας πλούσιος με το άλογό του και σταμάτησε να πιει νερό και να ξαποστάσει. Ήπιε νερό και ξάπλωσε για λίγο κάτω από το δροσερό ίσκιο του πλάτανου, όπου πήρε έναν υπνάκο. Ύστερα ξύπνησε, ανέβηκε στο άλογό του και συνέχισε το δρόμο του, αφήνοντας όμως πίσω του ένα πουγγί παραγεμισμένο με χρυσές λίρες.

Μετά από λίγη ακόμη ώρα, ένας δεύτερος άνθρωπος εμφανίστηκε πεζός και σταμάτησε να πιει νερό. Ξαφνικά, είδε το πουγγί με τις λίρες, το σήκωσε και άρχισε να χοροπηδά από χαρά. Έβαλε το πουγγί στην τσέπη του και χωρίς να χάσει καιρό, έτρεξε να εξαφανιστεί.

Λίγο αργότερα, ένας τρίτος άνθρωπος, έφτασε κι αυτός στη βρύση. Την ώρα όμως που έπινε νερό, επέστρεψε ο πλούσιος, ο οποίος είχε στο μεταξύ αντιληφθεί ότι είχε χάσει το πουγγί του και γύρισε να το αναζητήσει. Μόλις λοιπόν είδε τον άλλο άνθρωπο, άρχισε να τον κατηγορεί ότι του έκλεψε το πουγγί με τις λίρες και να του ζητά να του τις επιστρέψει. Άρχισαν να καυγαδίζουν και πάνω στον καυγά, ο πλούσιος έσπρωξε απότομα τον άλλο, εκείνος έπεσε στο έδαφος κι έσπασε το σβέρκο του σε μια απ' τις ρίζες του πλάτανου. Ο πλούσιος πανικόβλητος, ανέβηκε στο άλογό του κι εξαφανίστηκε...

"Πες μου τώρα", είπε ο άγγελος στον ιερέα. "Τι πιστεύεις γι' αυτά που είδες, ήταν καλά ή κακά;"
"Καλέ μου άγγελε", απάντησε εκείνος, "η ψυχή μου είναι βαριά από το κακό που είδα να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω. Ο ένας έκλεψε το πουγγί που δεν ήταν δικό του, ο άλλος κατηγόρησε άδικα έναν αθώο άνθρωπο και από πάνω τον σκότωσε, χωρίς μάλιστα να τιμωρηθεί."

"Δεν γνωρίζεις όμως ακριβώς την ιστορία", αποκρίθηκε ο άγγελος. "Ο πλούσιος που ήρθε πρώτος στη βρύση, είχε καταπατήσει τα χωράφια του δεύτερου και τα δικαστήρια τον είχαν δικαιώσει, όπως κάνει πάντοτε η ανθρώπινη δικαιοσύνη, ν' αδικεί τους φτωχούς και να αθωώνει τους πλούσιους. Η θεία δικαιοσύνη όμως απαιτούσε ο πλούσιος να πληρώσει το χρέος του και αυτός ήταν ο τρόπος που επέλεξε ο Θεός για να συμβεί αυτό.
Ο τρίτος άνθρωπος, αυτός που σκοτώθηκε, είχε δολοφονήσει τον αδελφό του, χωρίς να το υποψιαστεί κανείς, ούτε και να τον κατηγορήσει. Οι τύψεις του όμως ήταν τέτοιες, που γονατιστός παρακάλεσε το Θεό να τον απαλλάξει απ' το βάρος που κουβαλούσε. Αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε ο Θεός για ν' ανταποκριθεί στην προσευχή του.
Όσο για τον ίδιο τον πλούσιο, μετά από αυτό που έκανε, χάρισε την περιουσία του στους φτωχούς και πήγε να γίνει ιεραπόστολος, προσφέροντας τεράστιο ανθρωπιστικό έργο στην Αφρική και σώζοντας πολλές ζωές."
Ο ιερέας κοίταξε τον άγγελο εμβρόντητος, μην ξέροντας τι να πει. "Πήγαινε λοιπόν εν ειρήνη", τον αποχαιρέτησε ο άγγελος "και να θυμάσαι πόσο λίγα γνωρίζεις, ώστε να μπορείς ν' αποφασίσεις τι είναι καλό και τι κακό.
- Ο ιερωμένος
Ήταν κάποτε ένας καλόκαρδος και πάνσοφος γέροντας. Παρ' όλη τη μεγάλη ηλικία του, ήταν ζωντανός σαν έφηβος και όλοι τον θαύμαζαν για την εξυπνάδα, την παρατηρητικότητά του, τις πολλές και βαθιές γνώσεις του και τη βαθιά μεγαλοψυχία του. Είχε μεγάλη οικογένεια με πολλά εγγόνια, τα οποία αν και τον θαύμαζαν, εκνευρισμένα από το ότι ήταν αλάνθαστος, αποφάσισαν να του τη φέρουν.
Συμφώνησαν να πάρουν ένα μικρό σπουργίτι και να το κρύψουν στη χούφτα τους και να ρωτήσουν τον γέροντα αν είναι ζωντανό ή νεκρό. Αν έλεγε νεκρό θα το άφηναν από τη χούφτα να πετάξει, ενώ, αν έλεγε ζωντανό θα το έπνιγαν αμέσως μέσα στη χούφτα και θα το παρουσίαζαν νεκρό. Πήγε λοιπόν ο ένας εγγονός και οι άλλοι κρυμμένοι παρακολουθούσαν ευχαριστημένοι. "Παππού, είναι νεκρό ή ζωντανό;;;" ρώτησε ο εγγονός. Κι ο γέροντας με ένα γλυκύτατο χαμόγελο απάντησε "Αγαπητό μου παιδί, κι αυτό, όπως και όλα τα πράγματα, εξαρτάται από την πρόθεσή σου..."
- Εξαρτάται από την πρόθεση
Μετά το κούρεμα έρχεται και η φάπα.
- Ανώνυμος
Τίποτα δεν έγινε ποτέ χωρίς ενθουσιασμό
- Ralph Wando Emerson
Ένας άντρας αναλαμβάνει την ευθύνη για τις πράξεις του, σωστές ή λάθος. Αποδέχεται τις επιπτώσεις και ζει με αυτές. Κάθε μέρα.
- William
Εάν κάποιος δάσκαλος/καθηγητής σας φοράει γυαλιά ηλίου μέσα στο μάθημα, να θυμάστε: το κάνει επειδή φοβάται να σας κοιτάξει στα μάτια.
- Κάποια Βιολόγος στους μαθητές της
Πριν μιλήσεις, άκου. Πριν γράψεις, σκέψου. Πριν ξοδέψεις, κέρδισε. Πριν επενδύσεις, διερεύνησε. Πριν τα παρατήσεις, προσπάθησε. Πριν συνταξιοδοτηθείς, φύλαξε. Πριν πεθάνεις, δώσε.
- William Arthur Ward
Η αγάπη δεν είναι μια απόφαση. Είναι συναίσθημα. Αν μπορούσαμε να αποφασίσουμε ποιόν θα αγαπήσουμε, θα ήταν πολύ πιο απλό, αλλά λιγότερο μαγικό.
- Trey Parker & Matt Stone
Το κάλλος που έχει ένα πρόσωπο δεν το γνωρίζει ο κάτοχός του, αν δεν το δει γραμμένο στα μάτια των αλλωνών.
- William Shakespeare
Σε 20 χρόνια από τώρα, θα μετανιώσεις πολύ περισσότερο τα πράγματα που δεν έκανες, παρά αυτά που έκανες.
- Mark Twain
Όλο το χρυσάφι και τ' ασήμι λάσπη να γίνουνε, γιατί έχουν αξία μόνο για κείνους που λατρεύουνε τον βούρκο για θεό τους.
- William Shakespeare
Μη κλαις επειδή κάτι τελείωσε, χαμογέλα γιατί συνέβη.
- Dr. Seuss
Ένα δωμάτιο χωρίς βιβλία, είναι σαν ένα σώμα χωρίς ψυχή.
- Marcus Tullius Cicero
Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά-κοντά για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.
- Τάσος Λειβαδίτης
Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σʼ ένα αβέβαιο όνειρο.
- Τάσος Λειβαδίτης
...κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τελείωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.
- Τάσος Λειβαδίτης
Back
Top