Γνωμικά, Παροιμίες & Διδακτικές Ιστορίες!

Εδώ μπορείτε να βρείτε γνωμικά διάσημων ή και άσημων ανθρώπων, παροιμίες κυρίως ελληνικές, διδακτικές ιστορίες, έως και... γνωμικά των μελών του e-steki!
Μην διστάσετε να προσθέσετε κι εσείς γνωμικά που σας έχουν σημαδέψει ή ακόμα και δικής σας επινόησης!
Enjoy!

Βρες Γνωμικά

Μια ιστοριούλα που εξηγούσε πως…
” με τις ιστορίες κοιμούνται τα παιδιά και ξυπνάνε οι μεγάλοι”
Ένας ερευνητής βρέθηκε σε μιά απο τις περιηγήσεις του σε ένα χωριό.
Ο ερευνητής είναι ένας άνθρωπος που αναζητά … δεν βρίσκει πάντα αλλά ωστόσο αναζητά.
Καποια στιγμή αισθάνθηκε την ανάγκη να μπει σε ένα σπίτι που του φαινόταν ότι είχε κάτι ελκυστικό… κάτι που τον προσκαλούσε.
Μπαινοντας μέσα άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει πάνω στα κάδρα στις καρέκλες … στην φτωχική κουζίνα, και στις ηλιαχτίδες που έπαιζαν με τις γρύλιες.
Ισως επειδή είχε βλέμμα ερευνητή στάθηκε σε μια λευκή πέτρα που βρισκόταν ανάμεσα σε άλλες έξω στην αυλή και πρόσεξε την επιγραφή. Αμπντουλ Ταρεγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες , δυο εβδομάδες και 3 μέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας πως αυτή η πέτρα δεν ήταν μια απλή πέτρα αλλά μια ταφόπλακα.
Λυπήθηκε για το χαμό ενός τόσο νέου παιδιού. Σιγά σιγά συνειδητοποίησε επίσης ότι …
η πανέμορφη αυλή δεν ήταν αυλή αλλά ένα νεκροταφείο.
Μια μια άρχισε να διαβάζει τις πλάκες και παρατήρησε ότι ολες είχαν ένα ονομα και τον ακριβή χρόνο της ζωής του νεκρού.
Αυτό όμως που τον τάραξε ήταν ότι ο μεγαλύτερος δεν ξεπερνούσε τα 11 χρόνια.
Νικημένος απο μια απίστευτη θλίψη κάθισε κάτω και άρχισε να κλαίει.
Μετά απο λίγο ή πολύ δεν ξέρουμε ο φύλακας τον βρήκε στην ίδια θέση. να κλαίει με λυγμούς. τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιο συγγενή . “Οχι για κανέναν συγγενή ή φίλο”είπε ο ερευνητής.”πια κατάρα … Τι φοβερό κακό κρύβει αυτός ο τόπος;Γιατί τόσα πολλά παιδιά είναι νεκρά;”
Ο ηλικιωμένος φύλακας χαμογέλασε και του είπε πως μπορούσε να ηρεμήσει.Δεν υπήρχε κατάρα ή επιδημία.
Του εξήγησε πως το μυστικο κρυβόταν σε μια συνήθεια που είχαν εκεί.
“Βλέπεις” του είπε “όταν κάποιος συμπληρώνει τα 15 του χρόνια οι γονείς του του δίνουν ένα τετραδιο και εκεί καταγράφει όλες τις καλές στιγμές της ζωής του…
Στα δεξιά αυτό που απόλαυσε
Στα αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση
ένα ωραίο γεύμα, ένα δώρο, το πρώτο φιλί, ένα στοργικό βλέμμα, ένα χάδι, ένα χαμόγελο …
πόση ώρα κράτησε η απόλαυση του… η σκέψη αυτού του γεγονότος … λεπτά, δύο μέρες, μιά εβδομάδα , μήνες;
Πόσο κράτησε στα αλήθεια η απόλαυση των όμορφων αυτών στιγμών… αυτών των αισθήσεων….
το καταγράφει στο τετράδιο.
Ετσι συνεχίζουμε να σημειώνουμε σε αυτά τα τετράδια κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … κάθε λεπτό!!!!
όταν κάποιος πεθάνει τότε παίρνουμε αυτό το τετράδιο και προσθέτουμε τους χρόνους γιατί ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ ΚΑΠΟΙΟΣ.

Ευχη όλων….
"Να μάθουμε να απολαμβάνουμε κάθε στιγμή τα καλά που μας περιτριγυρίζουν… να είναι γεμάτο το δικό μας τετράδιο
- ...με τις ιστορίες κοιμούνται τα παιδιά και ξυπνάνε οι μεγάλοι
Μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη του Ειρηνικού Ωκεανού, υπήρχε ένας ύφαλος. Ένας ύφαλος πολύ περήφανος και παράξενος απ΄όλους τους άλλους.


Ήταν φτιαγμένος με χιλιάδες πολύχρωμα κοράλλια και είχε και το χάρισμα να μιλά. Γι'αυτό κάθε βράδυ όλα τα τροπικά ψάρια μαζεύονταν γύρω του κι εκείνος έλεγε χιλιάδες ιστορίες για γοργόνες, καράβια, ναυάγια και θησαυρούς κρυμμένους στα βάθη του ωκεανού. Είχε δει πάρα πολλά διότι ήταν γέρος και χιλίων χρονών.

Ένα βράδυ λοιπόν μαζεύτηκαν πάλι γύρω του να ακούσουν τι θα τους έλεγε. Πήρε λοιπόν το περήφανο ύφος του, μα πριν προλάβει να πει λέξη, μια αδύνατη φωνούλα διέκοψε τη φόρα του ύφαλου. Εκείνος θύμωσε, κοκκίνισε από το κακό του κι όλα τα ψάρια σαστισμένα γύρισαν το κεφαλάκι τους να δουν ποιος ήταν αυτός που τολμούσε να προσβάλει τον γέρο ύφαλο

- Μα ποιος μίλησε; Ρώτησε ο ξιφίας.

- Εγώ! Ξανακούστηκε η φωνούλα λίγο πιο δυνατά.

Έσκυψαν και τι να δουν; Μια μικρή αχιβάδα που ανοιγόκλεινε το κέλυφος στο κύμα του νερού. Ο ύφαλος ξερόβηξε, τα ψάρια κοίταξαν την αχιβάδα και της είπαν:

- 'Αντε λοιπόν. Ξεκίνα. Να δούμε ποιος λέει τις ομορφότερες ιστορίες.

Εκείνη, ανοιγόκλεισε μια δυο φορές, πήρε φόρα και πήδηξε πάνω σ'ένα μεγάλο κοράλλι για να την βλέπουν και να την ακούνε όλοι.

«Μια φορά...», άρχισε να λέει, «...ήταν ένας ναύτης που αγαπούσε ένα κορίτσι. Αποφάσισε λοιπόν να πάει στον πατέρα της και να την ζητήσει σε γάμο. Δυστυχώς, όμως, το παλικάρι ήταν φτωχό κι ο πατέρας του κοριτσιού αρνήθηκε την πρόταση. Ήθελε βλέπετε να την δώσει την κόρη του σε πλούσιο καπετάνιο! Απελπισμένος ο νέος έφυγε, μα υποσχέθηκε στον εαυτό του και στο κορίτσι του, πως μόλις μάζευε αρκετά χρήματα, θα γύριζε να την παντρευτεί. Εκείνη του υποσχέθηκε με όρκο αγάπης ότι θα τον περιμένει να γυρίσει.

Κάθισε σε έναν μεγάλο βράχο, φόρεσε το μεταξωτό της άσπρο φόρεμα κι έμεινε εκεί βλέποντας το πλοίο που σαλπάριζε, ώσπου χάθηκε στον γεμάτο από ομίχλη ορίζοντα...»

Η αχιβάδα σώπασε.

- 'Αντε λοιπόν, συνέχισε. Την φώναξε ο ύφαλος.

- Αυτή ήταν η ιστορία μου, αποκρίθηκε δειλά η αχιβάδα.

- Είσαι με τα καλά σου; Μας χασομέρησες όλους και μας διέκοψες για να μας πεις μια ιστορία χωρίς τέλος; Και μάλιστα για έναν άγνωστο και ασήμαντο ναύτη;

- Κάνεις λάθος, απάντησε η αχιβάδα τρέμοντας από το φόβο της. Το καράβι του το βύθισες εσύ χθες Βράδυ, χτυπώντας το ύπουλα στ'αμπάρια, για να έχεις σήμερα να λες και άλλη σπουδαία ιστορία. Όσο για τον ασήμαντο ναύτη, αυτός είναι ήρωας διότι πνίγηκε για να σώσει τα γυναικόπαιδα. Και το πιο σπουδαίο. Η κοπέλα τον περιμένει καθισμένη στον ίδιο βράχο, μια φιγούρα στα κατάλευκα ντυμένη.

Μια σιωπή έπεσε στη θαλασσινή παρέα. Ο ύφαλος βουβάθηκε από ντροπή και τύψεις. Απόμεινε μόνος κι έρημος. Ασάλευτος στη μέση ου ωκεανού. Λένε ότι κάπου κάπου του κάνει συντροφιά ένας κατάλευκος γλάρος με ανθρώπινη φωνή. Λένε ακόμα πως είναι το κορίτσι του ναύτη. Και πως πηγαίνει εκεί για να του διδάξει πόσο δύσκολο είναι να ξέρεις το ποιος είναι σπουδαίος και ποιος όχι.
- Η αχιβάδα και ο ύφαλος
Ας θυμηθουμε μια ιστορία για τις Ψυχές, που ετοιμάστηκαν να κατέβουν στην Γη. Ίσως η ιστορία αυτή θα βοηθήσει κάποιους να καταλάβουν καλλίτερα την Ψυχή τους, τον Εαυτό τους και το νόημα της ζωής τους.
Να θυμάστε την ιστορία αυτή όσο πιο συχνά μπορείτε, ιδίως στις δύσκολες καταστάσεις και τότε θα έρθουν σε σας η σοφία και η χαρά.

. . . Κάποτε έχουν συγκεντρωθεί οι Ψυχές σε ένα συμβούλιο πριν την ενσάρκωσή τους στην Γη.
Ρωτάει λοιπόν ο Θεός την μια Ψυχή:
- Εσύ γιατί θέλεις να πας στην Γη;
- Θέλω να μάθω να συγχωρώ.
- Και ποιούς σκοπεύεις εσύ να συγχωρέσεις; Κοίταξε- όλες οι Ψυχές είναι καθαρές, φωτεινές και αγαπητές. Αυτές σʼ αγαπάνε τόσο πολύ, που δεν μπορούν με τίποτε να κάνουν κάτι, που να χρειάζεται να τις συγχωρέσεις.
Η Ψυχή έριξε μια ματιά στις αδελφούλες της και πράγματι, αυτή τις αγαπάει όλες άνευ όρων και αυτές επίσης την αγαπούν άνευ όρων!
Πικράθηκε η Ψυχή και λέει:
- Και ήθελα τόσο πολύ να μάθω να συγχωρώ!
Εκείνη τη στιγμή την πλησιάζει η άλλη Ψυχή και της λέει:
- Μη στεναχωριέσαι, σʼ αγαπώ τόσο πολύ, που είμαι έτοιμη να βρεθώ μαζί σου στην Γη για να σε βοηθήσω να δοκιμάσεις την συγχώρεση. Θα γίνω ο άνδρας σου και θα σε απατώ, θα μεθώ, θα φέρομαι παράλογα και συ θα μαθαίνεις να με συγχωρείς.
Την πλησιάζει και μια άλλη Ψυχή και της λέει:
- Και γω σʼ αγαπώ πάρα πολύ και θα έρθω μαζί σου: εγώ θα γίνω η μητέρα σου, θα σε τιμωρώ, θα σε πρήζω, θα επεμβαίνω στην ζωή σου, θα σε εμποδίζω να ζεις ευτυχισμένα και συ θα μαθαίνεις να με συγχωρείς.
Την πλησιάζει η τρίτη Ψυχή και της λέει:
- Εγώ λοιπόν θα γίνω η καλλίτερή σου φίλη και στην πιο ακατάλληλη στιγμή θα σε προδώσω και συ θα μαθαίνεις να με συγχωρείς.
Την πλησιάζει η τέταρτη Ψυχή και της λέει:
- Εγώ θα γίνω το αφεντικό σου και από αγάπη για σένα θα σου φέρομαι σκληρά και άδικα, για να σου δοθεί η δυνατότητα να δοκιμάσεις την συγχώρεση.
Άλλη μια Ψυχή πήρε ένα μεγάλο βάρος επάνω της- αυτή προσφέρθηκε να παίξει τον ρόλο της κακιάς και άδικης πεθεράς . . .
Έτσι, συγκεντρώθηκε μια ομάδα Ψυχών, που αγαπιούνται μεταξύ τους πάρα πολύ, σοφίστηκαν το σενάριο της ζωής τους στην Γη για την απόκτηση της εμπειρίας της συγχώρεσης και ενσαρκώθηκαν.
Αλλά, όπως αποδείχτηκε, πάνω στην Γη είναι πάρα πολύ δύσκολο να θυμηθείς τον Εαυτό σου και την συμφωνία.
Οι περισσότεροι πήραν στα σοβαρά αυτήν την ζωή, άρχισαν να θυμώνουν και να οργίζονται μεταξύ τους, ξεχνώντας, πως οι ίδιοι έκαναν αυτό το σενάριο της ζωής- και το κυριότερο: ότι όλοι μεταξύ τους αγαπιούνται πάρα πολύ!
- Α. Nekrasof «Οι ζωντανές σκέψεις»
Σ' ένα χωριό ζούσε ένας γέρος και θεωρούσε πως ήταν από τους πιο δυστυχισμένους ανθρώπους του κόσμου.

Όλο το χωριό τον απέφευγε.

Πάντα ήταν σκυθρωπός, πάντα είχε παράπονα, πάντα με κακή διάθεση…
Όσο περισσότερο ζούσε, τόσο πιο πικρόχολος γινόταν, τόσο περισσότερο φαρμάκι είχαν τα λόγια του.

Όμως μια φορά, όταν έγινε ογδόντα ετών, συνέβηκε το απίστευτο.

Η φήμη στιγμιαίως διαδόθηκε σ' όλο το χωριό: "Ο γέρος είναι ευτυχισμένος, δεν παραπονιέται πια, χαμογελάει, άλλαξε και το πρόσωπό του, έγινε αγνώριστος".
Τότε μαζεύτηκε όλο το χωριό και ρώτησέ το γέρο:
- Τι έγινε; Τι έπαθες;
- Τίποτα, απάντησε ο γέρος, ογδόντα χρόνια προσπαθούσα να γίνω ευτυχισμένος και δε μου βγήκε.
Αποφάσισα λοιπόν και εγώ να ζήσω χωρίς ευτυχία. Γι' αυτό και είμαι ευτυχισμένος.
- Ευτυχία
Η ιστορία αναφέρεται σε έναν άνθρωπο που υπέφερε από βαθιά μελαγχολία. Επισκέφτηκε τους καλύτερους γιατρούς της εποχής του και κανείς απ' αυτούς δεν κατόρθωσε να τον βοηθήσει. Βρέθηκε κάποτε και στο ιατρείο ενός κορυφαίου γιατρού, ενός θεραπευτή της ψυχής.

Ο γιατρός είπε στον ασθενή του πως ίσως έβρισκε παρηγοριά, και το τέλος της μελαγχολίας του, στην αγάπη. Ο ασθενής αποκρίθηκε ότι η αγάπη δεν ήταν πρόβλημα γι' αυτόν, ότι κανείς ίσως στον κόσμο δεν είχε αγαπηθεί όσο ο ίδιος. Η επόμενη υπόδειξη του σπουδαίου ιατρού ήταν ότι θα έπρεπε ο ασθενής να ταξιδέψει, να δει άλλους τόπους. Ο άντρας απάντησε, χωρίς έπαρση, πως είχε επισκεφτεί κάθε γωνιά του πλανήτη. Ο γιατρός πρότεινε τότε διάφορες ασχολίες, όπως την ενασχόληση με την τέχνη, διάφορα αθλήματα,= και ό,τι άλλο μπόρεσε να σκεφτεί. Μάταιη προσπάθεια. Ο ασθενής τού απάντησε με τον ίδιο τρόπο: Είχε δοκιμάσει τα πάντα, τίποτα δεν τον είχε παρηγορήσει. [...]

"Α!" αναφώνησε στο τέλος ο γιατρός. "Έχω την τέλεια λύση για την περίστασή σας, κύριε. Πρέπει να παρακολουθήσετε μια παράσταση του μεγαλύτερου κωμικού της εποχής μας. Θα σας διασκεδάσει τόσο, που θα ξεχάσετε εντελώς τη μελαγχολία σας. Πρέπει να δείτε μια παράσταση του Μεγάλου Γκάρικ!"

Ο άντρας κοίταξε το γιατρό με το πιο θλιμμένο ύφος που μπορεί κανείς να φανταστεί και είπε: "Γιατρέ, αν αυτή είναι η συμβουλή σας, τότε είμαι χαμένος. Δεν υπάρχει θεραπεία για μένα. Βλέπετε, ο Μεγάλος Γκάρικ είμαι εγώ".


Don Juan Matus δια στόματος, Carlos Castaneda - Η ενεργός πλευρά του απείρου
- Ο μεγάλος Γκάρικ
Ζητήθηκε από μια ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα με αυτά που κατά τη γνώμη τους ήταν τα σημερινά «Επτά θαύματα του κόσμου». Παρʼ ότι υπήρξαν κάποιες διαφωνίες, οι περισσότερες γνώμες αφορούσαν τα παρακάτω:

1. Οι Πυραμίδες της Αιγύπτου
2. Το Taj Mahal
3. Το Grand Canyon
4. Το κανάλι του Παναμά
5. Το Empire State Building
6. Η Βασιλική του Αγ. Πέτρου
7. Το Σινικό Τείχος

Ενώ μάζευαν τα γραπτά, ο δάσκαλος πρόσεξε ότι μια μαθήτρια δεν είχε τελειώσει ακόμη το γράψιμο. Τη ρώτησε λοιπόν αν είχε κάποιο πρόβλημα με τη λίστα της.
Το κορίτσι απάντησε «Ναι, έχω λίγο πρόβλημα. Δεν μπορώ εύκολα να αποφασίσω, γιατί είναι τόσα πολλά…»

Ο δάσκαλος είπε, «Πες μας λοιπόν τι έχεις γράψει, για να δούμε αν μπορούμε να σε βοηθήσουμε».

Το κορίτσι στην αρχή δίστασε, μα μετά διάβασε: Πιστεύω ότι τα Επτά Θαύματα του κόσμου είναι…
1. Να βλέπεις...
2. Να ακούς...
3. Να αγγίζεις...
4. Να γεύεσαι...
5. Να αισθάνεσαι...
6. Να γελάς...
7. Και να αγαπάς.

Η ησυχία στην αίθουσα ήταν τέτοια που θα άκουγες και μια καρφίτσα αν έπεφτε. Τα πράγματα που παραβλέπουμε σαν απλά και συνηθισμένα και που τα παίρνουμε για δεδομένα, είναι πραγματικά τόσο εκπληκτικά και άξια θαυμασμού!

Τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή δεν μπορείς να τα χτίσεις με το χέρι, ούτε να τα αγοράσεις.
- Τα επτά θαύματα του κόσμου
Τα τέσσερα κεριά, έλιωναν, αργά αργά...
Ο χώρος ήταν τόσο ήσυχος, που μπορούσε να ακουστεί η συζήτησή τους.

Το πρώτο έλεγε:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ»
Μα οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να με διατηρήσουν: πιστεύω ότι δεν μου μένει άλλο από το να συνεχίσω να σβήνω!
κι έτσι αφέθηκε σιγά σιγά να σβήσει ολοκληρωτικά

Το δεύτερο είπε:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΠΙΣΤΗ»
Δυστυχώς δεν χρειάζομαι πουθενά. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να ξέρουν για μένα, κι έτσι δεν έχει νόημα να παραμένω αναμμένο.
μόλις ολοκλήρωσε τα λόγια του, ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε πάνω του και το έσβησε.

Πολύ λυπημένο το τρίτο κερί, με τη σειρά του είπε:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΑΓΑΠΗ»
Δεν έχω τη δύναμη να συνεχίσω να παραμένω αναμμένο. Οι άνθρωποι δεν μου δίνουν σημασία
και δεν αντιλαμβάνονται το πόσο σημαντικό είμαι. Αυτοί μισούν ακόμα και αυτούς που τους αγαπούν περισσότερο
...και χωρίς να περιμένει άλλο, το κερί αφέθηκε να σβήσει

Ξαφνικά...
ένα μωρό μπήκε στο δωμάτιο και είδε τα τρία κεριά σβηστά.
Φοβισμένο από το μισοσκόταδο, είπε:
«ΜΑ ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΤΕ ΑΝΑΜΜΕΝΑ, ΕΓΩ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ!» και ξέσπασε σε δάκρυα

Τότε το τέταρτο κερί είπε με συμπόνια :
ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ ΚΑΛΟ ΜΟΥ, ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ. ΟΣΟ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΑΝΑΜΜΕΝΟ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΞΑΝΑΝΑΨΟΥΜΕ ΤΑ ΑΛΛΑ ΤΡΙΑ ΚΕΡΙΑ. Εγώ είμαι Η ΕΛΠΙΔΑ»

με μάτια λαμπερά και γεμάτα δάκρυα,
το μωρό πήρε το κερί της ελπίδας, και ξανάναψε όλα τα άλλα

ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ:
ΑΣ ΜΗ ΣΒΗΣΕΙ ΠΟΤΕ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ...
...και καθένας από μας ας θυμάται (σαν εκείνο το μωρό),να ανάβει ξανά με την Ελπίδα,την Πίστη, την Ειρήνη και την Αγάπη
- Τα τέσσερα κεριά
Ο Διογένης ζητούσε ελεημοσύνη από ένα άγαλμα. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο, απάντησε:
“Εξασκούμαι στο να μην απογοητεύομαι από την αναισθησία των ανθρώπων.”

---

Ένας μοχθηρός άνθρωπος ήθελε να φυλάξει το σπίτι του από κάθε κακό. Έβαλε στην πόρτα μια επιγραφή που έλεγε:
“Κανένα κακό να μη μπει στο σπίτι αυτό”.
Ο Διογένης διάβασε την επιγραφή και απόρησε:
“Μα ο ιδιοκτήτης του σπιτιού από που θα μπει; “

---

Ο φιλόσοφος Αντισθένης συμβούλευε τους Αθηναίους να ανακηρύξουν με την ψήφο τους τα γαϊδούρια σε άλογα. Και όταν του είπαν ότι κάτι τέτοιο είναι έξω από κάθε λογική, ο Αντισθένης παρατήρησησε:
“Μήπως και στρατηγούς δεν αναδεικνύετε άντρες απλώς με την ψήφο σας και χωρίς να έχουν πάρει καμία απολύτως εκπαίδευση;

---

Πληροφορήθηκε ο Αριστοτέλης από κάποιον ότι μερικοί τον έβριζαν. Ο φιλόσοφος απάντησε:
“Καθόλου δεν με νοιάζει. Όταν είμαι απών, δέχομαι ακόμα και να με μαστιγώνουν”.

---

Ένας φτωχός πλησίασε τον Σωκράτη και του είπε:
“Θέλω να γίνω μαθητής σου, αλλά δεν έχω τίποτε, το μόνο που μπορώ να σου προσφέρω είναι ο εαυτός μου”
Ο Σωκράτης του απαντά:
“Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν ότι μου δίνεις το πιο σπουδαίο πράγμα;”

---

Ο Πλάτωνας επέπληξε κάποιον γιατί έπαιζε κύβους. Εκείνος δικαιολογήθηκε:
“Τα ποσά που παίζω στο παιχνίδι είναι ασήμαντα”
Ο Πλάτωνας του παρατήρησε:
“Η συνήθεια όμως να παίζεις δεν είναι καθόλου κάτι ασήμαντο”
- Ανέκδοτα της Αρχαιότητας
Κάποια μέρα ένας χωρικός χτύπησε δυνατά την πόρτα ενός μοναστηριού. Όταν ο αδελφός θυρωρός άνοιξε, εκείνος του έδωσε ένα θαυμάσιο τσαμπί σταφύλια.
- Αγαπητέ αδελφέ, αυτά είναι τα πιο ωραία σταφύλια του αμπελιού μου. Ήρθα εδώ να σου τα χαρίσω.
- Ευχαριστώ! θα τα πάω αυτά στον αβά, θα χαρεί πολύ με τέτοιο δώρο.
- Όχι! Για σένα τα έφερα.
- Για μένα; Ο αδελφός κοκκίνισε, επειδή αισθάνθηκε ότι δεν άξιζε ένα τέτοιο δώρο της φύσης.
- Ναί! επέμενε ο χωρικός. Γιατί πάντα μου άνοιγες την πόρτα, όταν εγώ χτυπούσα. Όταν χρειαζόμουν βοήθεια, επειδή η σοδειά μου είχε καταστραφεί από την ξηρασία, εσύ μου έδινες κάθε μέρα ένα κομμάτι ψωμί κι ένα ποτήρι κρασί, θέλω αυτό το τσαμπί σταφύλια να σου φέρει λίγο από την αγάπη του ήλιου,την ομορφιά της βροχής και το θεϊκό θαύμα που το γέννησε τόσο όμορφο.
Ο αδελφός θυρωρός τοποθέτησε το τσαμπί μπροστά του κι όλο το πρωί το θαύμαζε: Ήταν πραγματικά όμορφο. Γι' αυτό αποφάσισε να παραδώσει το δώρο στον αβά, που πάντα τον ενθάρρυνε με σοφά λόγια.
Ο αβάς χάρηκε πολύ με τα σταφύλια, θυμήθηκε όμως ότι κάποιος αδελφός στο μοναστήρι είχε αρρωστήσει και σκέφτηκε: "θα του δώσω το τσαμπί. Ποιος ξέρει, μπορεί να φέρει κάποια χαρά στη ζωή του".
Έτσι κι έγινε. Τα σταφύλια δεν έμειναν, όμως, πολλή ώρα στο δωμάτιο του άρρωστου αδελφού, γιατί κι εκείνος συλλογίστηκε: "Ο αδελφός μάγειρας μ' έχει φροντίσει τόσο καιρό, ταΐζοντας με με ό,τι καλύτερο. Σίγουρα θα χαρεί".
Όταν το μεσημέρι εμφανίστηκε ο αδελφός μάγειρας με το γεύμα, αυτός του έδωσε τα σταφύλια.
"Είναι για σένα", είπε ο άρρωστος αδελφός. "Επειδή πάντα βρίσκεσαι σ' επαφή με τα προϊόντα που μας προσφέρει η φύση, θα ξέρεις τι να κάνεις μ' αυτό το δημιούργημα του θεού".
Ο αδελφός μάγειρας έμεινε κατάπληκτος από την ομορφιά του τσαμπιού και σχολίασε με τον βοηθό του πόσο τέλεια ήταν τα σταφύλια. Τόσο τέλεια, που κανείς άλλος δεν θα εκτιμούσε τέτοιο θαύμα της φύσης όσο ο αδελφός σκευοφύλακας, καθώς εκείνος ήταν ο υπεύθυνος για τη φύλαξη της Αγίας Μετάληψης και πολλοί στο μοναστήρι τον θεωρούσαν σαν άγιο άνθρωπο.
Ο σκευοφύλακας με τη σειρά του χάρισε τα σταφύλια στον πιο νεαρό δόκιμο, ώστε να καταλάβει εκείνος, ότι το έργο του θεού φανερώνεται στις πιο μικρές λεπτομέρειες της δημιουργίας. Όταν ο δόκιμος τα πήρε, η καρδιά του δόξαζε τον Κύριο, επειδή δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο τσαμπί. Την ίδια στιγμή θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχε φτάσει στο μοναστήρι και τον άνθρωπο που του είχε ανοίξει την πόρτα - αυτή η χειρονομία του είχε επιτρέψει να βρεθεί σήμερα σ' εκείνη την κοινότητα ανθρώπων που ήξεραν να εκτιμούν τα θαύματα.
Κι έτσι, λίγο πρίν νυχτώσει, έφερε το τσαμπί στον αδελφό θυρωρό.
"Να το απολαύσεις", είπε. "Γιατί εσύ περνάς τον περισσότερο χρόνο εδώ ολομόναχος. Αυτά τα σταφύλια θα σε κάνουν να χαρείς".
Ο αδελφός θυρωρός θεώρησε ότι εκείνο το δώρο προοριζόταν πραγματικά για τον ίδιο, απόλαυσε την κάθε ρόγα του τσαμπιού και κοιμήθηκε ευτυχισμένος.
- Ο Κύκλος της Χαράς - Paulo Coelho
Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.
Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.
- Αργοπεθαίνει όποιος... από Pablo Neruda
Τα παιδιά ήταν μόνα… η μητέρα είχε φύγει από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρίνα, μια νέα δεκαοχτώ χρόνων, την oποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα.

Από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας, οι καιροί είχαν δυσκολέψει πολύ για να το ρισκάρει να λείψει από τη δουλειά όταν η γιαγιά αρρώσταινε ή έλειπε από την πόλη.

ʽΟταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να της προτείνει μια βόλτα με το καινούριο του αυτοκίνητο, η Μαρίνα δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε, τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα, και δεν Θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.

Μόλις άκουσε την κόρνα, άρπαξε την τσάντα της κι άφησε ανοιχτό το ακουστικό τον τηλεφώνου. Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της. Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να Ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί, όπως και να ʽχει, ήταν μόνο έξι χρόνων και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει επίσης, σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πώς να εξηγήσει στην μητέρα το λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρει.

ʽΙσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή σε κάποιο από τα φώτα στον σαλονιού, ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα - το Θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται, ή φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.

Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας τον καπνού που περνούσε κάτω απʼ την πόρτα. Χωρίς να σκεφτεί, ο Πάντσο πήδηξε απ το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για νʼ ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε.

Όπως και να ʽχει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες Θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και τον λίγων μηνών αδερφό του σε ελάχιστα λεπτά.

O Πάντσο φώναξε τη Μαρίνα, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκλησή του. ʽΕτσι, έτρεξε στο τηλέφωνο τον δωματίου (αυτός ήξερε πώς να παίρνει τηλέφωνο τη μαμά του) αλλά δεν υπήρχε γραμμή.

O Πάντσο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδερφό του από ʽκει μέσα. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι, αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια και -ακόμα και αν τα κατάφερνε-, Θα έπρεπε να ξεμπλέξει το συρμάτινο πλέγμα πού οι γονείς του είχαν βάλει για προστασία.

Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το Θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:

Πώς μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά τη σήτα;

Πως μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο;

Πώς μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο;

Πώς μπόρεσε να σώσει τη ζωή τον αδελφού του και τη δική του;

O ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός που τον σέβονταν, τους έδωσε την απάντηση:
«Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος… Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν θα μπορούσε.»
- Ο μικρός Πάντσο...
Σ' ένα χωριό στη Σκοτία, αρχές του 1890. Μια βροχερή και χειμωνιάτικη
μέρα, όπως σχεδόν όλες. Ο γεροδεμένος άντρας καταγινόταν στο χωράφι του,
προσπαθώντας έτσι να κερδίσει τον επιούσιο για την οικογένειά του. Ξαφνικά
άκουσε μια φωνή να καλεί σε βοήθεια από το γειτονικό βάλτο. Αμέσως ο
φτωχός αγρότης παράτησε τα εργαλεία του και έτρεξε προς τα εκεί, όπου
βρήκε ένα νέο αγόρι χωμένο ως τη μέση στη λάσπη να κραυγάζει απελπισμένα
προσπαθώντας να ελευθερωθεί.

Ο αγρότης καθησύχασε το αγόρι και σε λίγο κατάφερε να το τραβήξει απ' τη
λάσπη, σώζοντάς το από βέβαιο θάνατο.

Την επόμενη μέρα μια πολυτελής άμαξα έφτασε στο σπίτι του. Ένας πλούσιος
και όπως φαινόταν από αριστοκρατική γενιά άντρας κατέβηκε και συστήθηκε ως
ο πατέρας του αγοριού που είχε σώσει ο αγρότης.

"Θέλω να σας ανταμείψω. Σώσατε τη ζωή του γιου μου" είπε ο καλοντυμένος
άντρας στον αγρότη. "Δεν μπορώ να δεχτώ πληρωμή γι' αυτό που έκανα", του
απάντησε εκείνος. Την ίδια στιγμή ο μικρός γιος του αγρότη βγήκε στην
πόρτα του φτωχικού τους.

"Είναι γιος σας;" Ρώτησε ο επισκέπτης. "Μάλιστα" απάντησε με υπερηφάνεια ο
αγρότης. "Τότε σας προτείνω κάτι: Να μου επιτρέψετε να προσφέρω στο γιο
σας την ίδια εκπαίδευση με το δικό μου, που χωρίς τη δική σας παρέμβαση δε
θα ζούσε". Ο αγρότης δέχτηκε με μεγάλη χαρά κι έτσι ο γιος του φοίτησε στα
καλύτερα σχολεία και στο τέλος πήρε το δίπλωμά του από την Ιατρική Σχολή
του Νοσοκομείου St. Marie του Λονδίνου. Μέσα σε λίγα χρόνια ήταν ένας από
τους πιο ξακουστούς γιατρούς του κόσμου.

Πολύ αργότερα ο γιος του αριστοκράτη άντρα που είχε σωθεί μικρός στο
βάλτο, προσβλήθηκε από πνευμονία. Κόντεψε να πεθάνει, όμως σώθηκε χάρη
στην πενικιλίνη που είχε εφεύρει ο διάσημος πλέον γιατρός, ο γιος του
φτωχού αγρότη. Το όνομά του; Αλέξανδρος Φλέμινγκ. Το όνομα του γιου του
αριστοκράτη `Αγγλου που σωζόταν για δεύτερη φορά από την ίδια οικογένεια;
Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ. . .

Το καλό φέρνει μονο καλό μακροπρόθεσμα... καποια στιγμή θα ανταμειφθείς γι αυτο...
- Το καλό φέρνει μονο καλό
Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που δεν θα την ξεχάσει κανείς απο όσους την άκουσαν εκείνη τη μέρα.

Μετά την τελετή, έκανε μια ερώτηση.
“Όταν η φύση δεν παρεμποδίζεται απο εξωτερικές επιρροές, όλα γίνονται τέλεια.
Ακόμα ο γιος μου, ο Shay, δεν μπορεί να μάθει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Δεν μπορεί να καταλάβει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Πού είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων στο γιο μου;”

Όλοι στην αίθουσα αναρωτιόνταν σιωπηλά και γεμάτοι απορία.

Ο πατέρας συνέχισε.
“Όταν ένα παιδί σαν τον Shay που είναι πνευματικά ανάπηρο, έρχεται στη ζωή, η ευκαιρία να καταλάβεις την αληθινή ανθρώπινη φύση είναι, το πώς οι υπόλοιποι άνθρωποι θα συμπεριφερθούν σʼ αυτό το παιδί.”

Και αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που θα σας παρακαλέσω θερμά να διαβάσετε μέχρι το τέλος της..

Ο Shay κι εγώ, περάσαμε έξω απο ένα πάρκο, όπου κάποια αγόρια που γνώριζαν τον Shay, έπαιζαν μπέιζμπολ.
Ο Shay με ρώτησε, “μπαμπά, νομίζεις ότι θα μʼ αφήσουν να παίξω μαζί τους;”

Εγώ ήξερα ότι τα περισσότερα αγόρια, δεν θα ήθελαν κάποιον σαν τον Shay στην ομάδα τους.
Μα ήξερα, και καταλάβαινα σαν πατέρας, ότι αν του δινόταν η ευκαιρία να παίξει, θα του έδινε πολύ μεγάλη χαρά και επίσης ένα αναγκαίο αίσθημα ένταξης, μαζί με κάποια εμπιστοσύνη που θα γινόταν αποδεκτός από τα άλλα παιδιά, παρά την αναπηρία του.

Πλησίασα λοιπόν ένα απο τα παιδιά, και το ρώτησα χωρίς βέβαια να περιμένω και πολλά, αν ο Shay θα μπορούσε να παίξει μαζί τους.

Το αγόρι κοίταξε γύρω του σαν να ζητούσε κάποια υποστήριξη, μα στο τέλος απάντησε, “χάνουμε έξι γύρους, και το παιχνίδι είναι στον όγδοο γύρο. Γιατί όχι, μπορεί να παίξει στην δική μας ομάδα, και θα προσπαθήσουμε να τον βάλουμε να παίξει στον επόμενο γύρο, να αποκρούσει τις βολές αν το θέλει.

Ο Shay πήγε με δυσκολία μέχρι τον πάγκο της ομάδας, για να φορέσει την μπλούζα της ομάδος. Τον παρακολουθούσα με μάτια δακρυσμένα και μια θέρμη στην καρδιά μου.

Τα αγόρια της ομάδας, είδαν την χαρά μου, που τον αποδέχτηκαν στην ομάδα τους.
Στο τέλος του όγδοου γύρου, η ομάδα του Shay νικούσε μερικούς πόντους, αλά ήταν ακόμη πίσω τρείς πόντους για να κερδίσουν τον γύρο.

Στην αρχή του ένατου γύρου, ο Shay έβαλε το γάντι και έπαιξε δεξιά στο γήπεδο.
Αν και οι μπαλιές δεν ήρθαν προς την κατεύθυνσή του, έδειχνε ενθουσιασμένος, δείχνοντας την χαρά του, και μόνο που βρισκόταν εκεί, χτυπώντας όλο χαρά τα χεράκια του.

Το χαμόγελό του ήταν απο το ένα αυτί στο άλλο, όταν με κοίταζε που τον χαιρετούσα απο την εξέδρα.

Προς το τέλος του ένατου γύρου, η ομάδα του Shay πήρε κι άλλους πόντους.
Με δύο παίκτες έξω, και τρείς έξω απο την βάση, οι πιθανότητες να κερδίσει γύρους, ήταν κοντά στην βάση, και ο Shay καθορίστηκε σαν ο επόμενος για να αποκρούσει τις βολές.
Σʼ αυτό το κρίσιμο σημείο, αναρωτήθηκα αν θα αφήσουν τον Shay να δοκιμάσει να αποκρούσει, και να χάσουν τις πιθανότητες να κερδίσουν το παιχνίδι.

Για μεγάλη μου έκπληξη, ..τον άφησαν!

Όλοι γνωρίζανε ότι ήταν αδύνατον να χτυπήσει ο Shay την μπάλα, τη στιγμή που δεν ξέρει καν, πώς να κρατήσει κατάλληλα το ρόπαλο, πόσο μάλλον να στοχεύσει την μπάλα.

Εντούτοις, ο Shay πήρε θέση.
Ο αντίπαλος παίχτης, που πετάει την μπάλα, αναγνώρισε ότι η ομάδα του Shay έβαλε την νίκη του παιχνιδιού σε δεύτερη μοίρα, για να δώσουν την ευκαιρία στο παιδί αυτό, να χαρεί αυτήν τη στιγμή, γι αυτό και ήρθε πιο κοντά, προσπαθώντας να τον βοηθήσει να τα καταφέρει ρίχνοντας την μπάλα απαλά στον Shay.

Στην πρώτη προσπάθεια, ο Shay κούνησε αδέξια το ρόπαλο και αστόχησε.
Ο αντίπαλος παίκτης, ήρθε ακόμη πιο κοντά του λίγα βήματα, για να του πετάξει ακόμη πιο απαλά την μπάλα. Ο Shay κούνησε πάλι αδέξια το ρόπαλο, μα αυτή τη φορά βρήκε τυχαία την μπάλα, στέλνοντάς την πολύ κοντά, και μάλιστα σε έναν αντίπαλο.

Το παιχνίδι τώρα, κανονικά θα είχε τελειώσει.

Ο αντίπαλος όμως, σήκωσε την μπάλα, και, ενώ θα μπορούσε να την πετάξει στην πρώτη βάση, βγάζοντας τον Shay έξω απο το παιχνίδι, πέταξε επίτηδες την μπάλα πολύ ψηλά, πάνω απο το κεφάλι του συμπαίκτη του, και μακρυά κι απο τους άλλους συμπαίκτες του.
Όλοι στις εξέδρες, και απο τις δύο ομάδες, άρχισαν να φωνάζουν, “Shay τρέξε στην πρώτη βάση, τρέξε, τρέξε…”

Ποτέ στη ζωή του ο Shay δεν έτρεξε τόσο μακρυά, μα έφτασε στην πρώτη βάση γεμάτος ενθουσιασμό και με ορθάνοιχτα απο χαρά μάτια, κοιτώντας γύρω του απορημένα και σαστισμένα, να καταλάβει τι άλλο πρέπει τώρα να κάνει…

Η εξέδρα συνέχισε τότε, “Shay, τρέξε στη δεύτερη βάση, Shay τρέξε..τρέξε..”

Με την ανάσα κομμένη και άτσαλα, έτρεξε προς τη δεύτερη βάση. Μέχρι όμως να φτάσει ο Shay στη δεύτερη βάση, ο δεξιός αντίπαλος είχε ήδη πιάσει την μπάλα.
Ήταν ο μικρότερος της αντίπαλης ομάδας, και είχε πλέον όλη την ευκαιρία, να γίνει ο ήρωας της ομάδας του.
Θα μπορούσε να πετάξει την μπάλα στον συμπαίκτη της δεύτερης βάσης, όπου θα έβγαζε έξω τον Shay, μα κατάλαβε τις προθέσεις του συμπαίκτη του που έριχνε τις βολές, και την έριξε ψηλά, πρός τον συμπαίκτη της τρίτης βάσης.

Ο Shay έτρεξε πρός την τρίτη βάση σαν ξετρελαμένος, καθώς οι παίκτες της ομάδας του
έτρεξαν κι εκείνοι προς τη βάση.

Όλοι φωνάζαμε, “Shay, Shay, Shay!!!”

Ο Shay έφτασε στην τρίτη βάση, αλά με την κρυφή βοήθεια του αντίπαλου παίχτη της τρίτης βάσης, ο οποίος σταμάτησε να τρέχει να προλάβει την μπάλα, για να δείξει στον Shay την σωστή κατεύθυνση, το πού ήταν η τρίτη βάση, λέγοντάς του “απο δώ, απο δώ Shay..”
Καθώς ο Shay πέρασε απο την τρίτη, τα αγόρια και των δύο ομάδων και οι θεατές στις εξέδρες, ξεσηκώθηκαν φωνάζοντας “Shay, τρέξε στη βάση ένα τώρα, τρέξε στη βάση ένα..”
Ο Shay έφτασε στη βάση, πάτησε στον βατήρα, κερδίζοντας το παιχνίδι, και όλοι τον ζητωκραύγασαν σαν τον ήρωα, που βοήθησε να νικήσει η ομάδα.

Εκείνη την ημέρα, συνέχισε με δάκρυα ο πατέρας, τα αγόρια και απο τις δύο ομάδες, και ο κόσμος στις εξέδρες, βοήθησαν να φέρουν ένα κομμάτι αληθινής αγάπης και ανθρωπιάς σʼ αυτόν τον κόσμο, να δώσουν χαρά σε μια ψυχούλα, που τόσο την λαχταρούσε και που τόσο την είχε ανάγκη.

Ο Shay δεν τα κατάφερε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, πέθανε εκείνο τον χειμώνα, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ, πώς ήταν ο “ήρωας” που με έκανε τόσο χαρούμενο εκείνη την ημέρα, και την χαρά που έδωσε στην μητέρα του, και που με δάκρυα αγκάλιασε τον μικρό της ήρωα σαν πήγαμε σπίτι.


Όλοι έχουμε χιλιάδες ευκαιρίες στην καθημερινή μας ζωή, να καταλάβουμε την φυσική τάξη των πραγμάτων.
Τόσες πολλές, φαινομενικά τετριμμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο ανθρώπων, μας δίνουν μια επιλογή:
Περνάμε κατά μήκος ενός μικρού σπινθήρα αγάπης και ανθρωπιάς;
ή παραβλέπουμε κάθε ευκαιρία, αφήνοντας αυτόν τον κόσμο ακόμη πιό κρύο;
- Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός α
Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα.

ʽΓνωρίζεις πολύ καλά πως την αγαπάςʼ μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.
ʽΗ ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο.ʼ

ʽΜα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώʼ της είπα έντονα.
ʽΤο ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.ʼ


Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.ʼ

Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.
ʽΤι συμβαίνει; Είσαι καλά;ʼ με ρώτησε.

Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.

ʽΝόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζίʼ της απάντησα. ʽΟι δυο μας μόνοι… Τί λες;ʼ

Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ʽΘα το ήθελα πολύ.ʼ



Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού… Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!

Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό παλτό της, είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως, όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.

ʽΕίπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκανʼ μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. ʽΔεν μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο για να μάθουν τα πάντα για τη βραδυνή έξοδό μας.ʼ



Πήγαμε σε ένα εστιατόριο όχι από τα καλά, αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο σαν να ήταν ΄Η Πρώτη Κυρία της χώρας.΄
Μόλις καθήσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που ΄έπιαναν΄ τα μάτια της ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.

Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.

ʽΕγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι;ʼ

ʽΉρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρηʼ απάντησα.



Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.

Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.
ʽΘα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρότασηʼ μου είπε η μητέρα μου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Την φίλησα, την αγκάλιασα.





ʽΠώς πήγε το ραντεβού;ʼ θέλησε να μάθει η γυναίκα μου μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.
ʽΠολύ όμορφα, σ΄ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ΄ό,τι περίμενα.ʼ της απάντησα.


Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου ΄έφυγε΄ από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.


Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:

ʽΤο δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς τί σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ!ʼ


Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως ʽΣΕ ΑΓΑΠΩʼ.
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα του να δίνουμε στους αγαπημένους μας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν.
- Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς
Μια γριά κινέζα κουβαλούσε νερό με δύο μεγάλα δοχεία, κρεμασμένα από τους ώμους της.

Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα όλη την ποσότητα νερού που έπαιρνε.

Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακριάς διαδρομής από το ρυάκι στο σπίτι έφθανε μισοάδειο.

Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια η γριά κουβαλούσε καθημερινά μόνο ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της.

Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί.

Το ραγισμένο δοχείο ήταν δυστυχισμένο που μόλις και μετά βίας μετέφερε τα μισά από αυτά που έπρεπε και ένοιωθε ντροπή για την ατέλεια του.

Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή και αποφάσισε να μιλήσει στη γριά.

«Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη!»
«Μα γιατί;» ρώτησε η γριά.
«Για ποιο λόγο νιώθεις ντροπή;»

«Ε, να ! Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω της ρωγμής μου
και εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα και εσύ!»

Η γριά χαμογέλασε: «Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά και όχι στη μεριά του άλλου δοχείου;
Πρόσεξα την ατέλειά σου και την εκμεταλλεύτηκα.»

«Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και εσύ τους πότιζες.
Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και στολίζω το τραπέζι μου.
Αν δεν ήσουν εσύ αυτή η ομορφιά δε θα λάμπρυνε το σπίτι μου!»

Βέβαια δεν ήταν η ατέλειά του δοχείου που το έκανε ξεχωριστό αλλά η ιδιαίτερη ικανότητα της γριάς να διακρίνει και να χρησιμοποιήσει την αδυναμία του.

Ο καθένας μας έχει τις «ρωγμές» του και τις «αδυναμίες» του που μπορούν να γίνουν χρήσιμες και να ομορφύνουν τη ζωή μας.

Κάθε «ρωγμή» μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα, αρκεί να βρει κάποιος την ομορφιά που μπορεί να δώσει η ατέλειά μας.

«Ραγισμένοι» φίλοι, μην ξεχνάτε να σταματάτε στην άκρη του δρόμου και να απολαμβάνετε το άρωμα των λουλουδιών που φυτρώνουν στη μεριά σας.

Αν ο καθένας μας μετέτρεπε σαν τη γριά τις ατέλειες του διπλανού του σε κάτι χρήσιμο και όμορφο, σίγουρα ο κόσμος μας θα ήταν καλλίτερος.
- Το ραγισμένο δοχείο
Σε ένα μέρος του κόσμου σε κάποια στιγμή της ιστορίας, ζούσαν άνθρωποι που έφεραν φτερά στους ώμους, μικρά ή μεγάλα, όμορφα ή άσχημα, όμως σίγουρα είχαν φτερά.

Ένα αγόρι αναρωτιόταν για τα φτερά του και όταν ήρθε η ώρα και μεγάλωσε του είπε ο πατέρα του:

«Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεωμένος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»

«Μα δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.

«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.

«Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήσεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».

Ο γιος αμφέβαλλε.«Κι αν πέσω;»

«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατσουνιές θα σε κάνουν πιο δυνατό στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατέρας.

Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:

«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος… Για ποιο λόγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες; Τι νόημα έχεις να πετάξεις;»

Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν:«Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήσεις από μια σκάλα ή από την κορυφή ενός δέντρου. Αλλά από τον γκρεμό, βρε παιδί μου;…»

Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο έδαφος. Μʼένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.

«Μου είπες ψέμματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι.»

«Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να πετάξεις, πρέπει να έχεις τον απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για να πηδήσεις Για να πετάξεις πρέπει να αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις. Αν δε θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να συμβιβαστείς και να μείνεις για πάντα στο περπάτημα.»

Από το βιβλίο του Jorge Bucay - "Να σου πω μία ιστορία
- Τα φτερά είναι για να πετάς
Σ' ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν... Σ' ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά... Ήταν μια φορά κι έναν καιρό... μια πανέμορφη λίμνη.



Ήταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς... Ως εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.
Και οι δύο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.

Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε απ' το νερό... Αλλά η οργή είναι τυφλή — ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. Έτσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας απ' το νερό το πρώτο ρούχο που βρήκε... Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης...Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η οργή έφυγε.

Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και —χωρίς καμία βιασύνη— ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη. Στην όχθη συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί. Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. Έτσι, φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής


Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή και θυμωμένη. Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η Θλίψη.
- Θλίψη και Οργή
Μια μέρα εκεί που ο Σωκράτης έκανε τη βόλτα του στην Ακρόπολη, συνάντησε κάποιον γνωστό του, ο οποίος του ανακοίνωσε ότι έχει να του πει κάτι πολύ σημαντικό που άκουσε για κάποιον από τους μαθητές του. Ο Σωκράτης του είπε ότι θα ήθελε, πριν του πει τι είχε ακούσει, να του κάνει το τεστ της “τριπλής διύλισης”.
- “Τριπλή διύλιση;” ρώτησε με απορία.
- Ναι, πριν μου πεις τι άκουσες για το μαθητή μου θα ήθελα να κάτσουμε για ένα λεπτό να φιλτράρουμε αυτό που θέλεις να μου πεις. Το πρώτο φίλτρο είναι αυτό της αλήθειας. Είσαι λοιπόν εντελώς σίγουρος ότι αυτό που πρόκειται να μου πεις είναι αλήθεια;
- Ε….. όχι ακριβώς, απλά το άκουσα όμως και…
- Μάλιστα άρα δεν έχεις ιδέα αν αυτό που θέλεις να μου πεις είναι αλήθεια ή ψέματα. Ας δοκιμάσουμε τώρα το δεύτερο φίλτρο αυτό της καλοσύνης. Αυτό που πρόκειται να μου πεις για το μαθητή μου είναι κάτι καλό;
- Καλό; Όχι το αντίθετο μάλλον…
- Άρα, συνέχισε ο Σωκράτης, θέλεις να πεις κάτι κακό για το μαθητή μου αν και δεν είσαι καθόλου σίγουρος ότι είναι αλήθεια.
Ο τύπος έσκυψε το κεφάλι από ντροπή και αμηχανία.
- Παρόλα αυτά, συνέχισε ο Σωκράτης, μπορεί ακόμα να περάσεις το τεστ γιατί υπάρχει και το τρίτο φίλτρο. Το φίλτρο της χρησιμότητας. Είναι αυτό που θέλεις να μου πεις για το μαθητή μου κάτι που μπορεί να μου φανεί χρήσιμο σε κάτι;
- Όχι δε νομίζω…
- Άρα λοιπόν αφού αυτό που θα μου πεις δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε καλό, ούτε χρήσιμο. Γιατί θα πρέπει να το ακούσω;

Ο τύπος έφυγε ντροπιασμένος, έχοντας πάρει ένα καλό μάθημα…
- “Η τριπλή διύλιση του Σωκράτη”
Υπήρχε ένα τυφλό κορίτσι που μισούσε τον εαυτό του
ακριβώς επειδή ήταν τυφλή. Μισούσε τους πάντες, εκτός απ' τον αγαπημένο της φίλο. Αυτός ήταν πάντα εκεί για εκείνη.
Είχε πει οτι αν ποτέ μπορούσε να δει τον κόσμο, θα
παντρευόταν το φίλο της.

Μια μέρα, κάποιος της χάρισε ένα ζευγάρι μάτια και τότε εκείνη μπορούσε να δει τα πάντα, μαζί και το αγόρι της. Ο φίλος της τότε τη ρώτησε: «Τώρα που μπορείς να δεις τον κόσμο, θα με παντρευτείς?»
Το κορίτσι σοκαρίστηκε όταν είδε οτι και ο φίλος της ήταν
τυφλός και αρνήθηκε να τον παντρευτεί.

Ο φίλος της έφυγε μακρυά δακρυσμένος και
αργότερα της έγραψε ένα γράμμα λέγοντάς της:
«ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ..»

Μόνο λίγοι θυμούνται πως ήταν η ζωή τους πριν και ποιος ήταν πάντα εκεί
για αυτούς στις πιο δύσκολες καταστάσεις..
- Το τυφλό κορίτσι
Ο μεγάλος μάγος έβαλε ένα αίνιγμα:
Απʼ όλα τα πράγματα του κόσμου, ποιο είναι το πιο μεγάλο και το πιο μικρό, το πιο σύντομο και το πιο μακρύ, το πιο διαιρετό και το πιο εκτεταμένο, το πιο παραμελημένο και το πιο ποθητό, που χωρίς αυτό τίποτα δεν μπορεί να γίνει, που καταβροχθίζει τα ασήμαντα και ζωογονεί τα σημαντικά και μεγάλα;

Άλλοι είπαν ότι ήταν η Τύχη, άλλοι η Γη, άλλοι το Φως.

Ο μεγάλος μάγος απάντησε πως ήταν ο Χρόνος.

Τίποτα δεν είναι πιο μεγάλο, αφού αυτός είναι το μέτρο της αιωνιότητας.
Τίποτα δεν είναι πιο μικρό, αφού δεν μας φτάνει για τα σχέδιά μας.
Τίποτα δεν είναι πιο μακρύ, γιʼ αυτόν που περιμένει.
Τίποτα δεν είναι πιο σύντομο, γιʼ αυτόν που χαίρεται.

Εκτείνεται σιγά σιγά μέχρι το άπειρο.

Όλοι οι άνθρωποι τον παραμελούν και όλοι λυπούνται όταν πάει χαμένος.

Τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτόν.

Μας κάνει να ξεχνάμε τα ανάξια και χαρίζει αθανασία στα μεγάλα πράγματα
- Το αίνιγμα
Back
Top