Γνωμικά, Παροιμίες & Διδακτικές Ιστορίες!

Εδώ μπορείτε να βρείτε γνωμικά διάσημων ή και άσημων ανθρώπων, παροιμίες κυρίως ελληνικές, διδακτικές ιστορίες, έως και... γνωμικά των μελών του e-steki!
Μην διστάσετε να προσθέσετε κι εσείς γνωμικά που σας έχουν σημαδέψει ή ακόμα και δικής σας επινόησης!
Enjoy!

Βρες Γνωμικά

Μία μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.Η τρέλα, επειδή λυπήθηκε την ανία, πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει, ενώ η περιέργεια που δεν μπορούσε να κρατηθεί ρώτησε: «τι είναι το κρυφτό»; Ο ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την ευφορία και η χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το δίλημμα και την απάθεια να παίξουν κι αυτοί.

Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν : Η αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και ο άνανδρος δεν ήθελε να ρισκάρει.

«Ένα, δύο, τρία» άρχισε να μετράει η τρέλα…

Η πρώτη που κρύφτηκε πίσω απ΄ τον πρώτο βράχο ήταν η τεμπελιά που βαριόταν. Η πίστη πέταξε στους ουρανούς και η ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του θριάμβου, που με τη δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο. Ο αλτρουισμός δεν μπόρεσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε το άφηνε για κάποιον άλλο, ενώ η γενναιοδωρία κάθε κρυψώνα που έβρισκε την παραχωρούσε σε όποιον της την ζητούσε. Ο εγωισμός αντίθετα βρήκε καλή κρυψώνα, αγνοώντας όλους τους γύρω του, ενώ ξοπίσω του έτρεξε η ρουφιανιά. Το ψέμα κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού, ενώ το πάθος και ο πόθος κρύφτηκαν μέσα σ΄ ένα ηφαίστειο.
Ο έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
«....1000» μέτρησε η τρέλα και άρχισε να ψάχνει.

Την πρώτη που βρήκε ήταν η τεμπελιά, αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την πίστη που μίλαγε φωναχτά στον ουρανό με το Θεό. Ένιωσε το σεισμό του πόθου και του πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και, αφού βρήκε τη ζήλια, δεν δυσκολεύτηκε να βρει και το θρίαμβο που θριαμβολογούσε για την κρυψώνα του. Βέβαια, βρήκε πολύ εύκολα το δίλημμα που δεν είχε αποφασίσει ακόμα που να κρυφτεί. Η γενναιοδωρία αποκαλύφθηκε μόνη της για να βοηθήσει, οπότε ο αλτρουισμός φιλοτιμήθηκε και βγήκε δίπλα της. Στο μεταξύ, η ρουφιανιά, πηγαίνοντας να καρφώσει τον εγωισμό, αποκαλύφθηκε μαζί του.

Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους, εκτός απ΄ τον έρωτα. Η τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα κι απ΄ το θυμό της άρχισε να τον κλωτσάει νευρικά, ώσπου ακούστηκε ένα βογγητό πόνου. Ήταν ο έρωτας, που τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς τον είχαν τυφλώσει!

Η τρέλα ταράχτηκε, δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη… Στο τέλος, μην μπορώντας να ξαναδώσει το φως του στον έρωτα, ορκίστηκε να γίνει ο οδηγός του.

Κι από τότε, ο Έρωτας είναι τυφλός και η Τρέλα τον συνοδεύει !
- Το παιχνίδι των Αισθήσεων
Δύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Στον έναν επιτρέπονταν να μένει καθιστός μία ώρα το απόγευμα γιατί τον βοηθούσε να φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες.

Το κρεβάτι που βρισκότανε ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου. Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει έξω από το παράθυρο.

Οι άντρες κατέληξαν να μιλάνε ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους ,τις δουλειές τους, την θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές. Κάθε απόγευμα ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικο του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου.

Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει για αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες, που η άποψη του μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου.

Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.

Καθώς ο άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε. Ένα απόγευμα ο άντρας που ήταν δίπλα στο παράθυρο, περίγραφε μια παρέλαση που περνούσε. Παρόλο που ο άντρας στο δίπλα κρεβάτι δεν μπορούσε να ακούσει τον ήχο της μπάντας, μπορούσε και μόνο με τα μάτια του μυαλού του να δει τους κλόουν που χόρευαν, τα πολύχρωμα άρματα και τα όμορφα διακοσμημένα αυτοκίνητα και άλογα.

Οι μέρες πέρασαν. Ο άντρας που δεν μπορούσε να δει από το παράθυρο άρχισε να επιτρέπει σπόρους έχθρας να αναπτύσσονται μέσα του. Όσο και να εκτιμούσε τις περιγραφές του συγκατοίκου του, εύχονταν μέσα το να ήταν αυτός ο οποίος θα μπορούσε να δει την θέα από το παράθυρο. Άρχισε να αποστρέφεται στον συγκάτοικο του και στο τέλος ο πόθος του να είναι δίπλα στο παράθυρο τον έφερε σε απόγνωση.

Ένα πρωινό σε μια επίσκεψη της νοσοκόμας στο δωμάτιο βρήκε τον άντρα δίπλα στο παράθυρο νεκρό. Είχε πεθάνει ειρηνικά μέσα στον ύπνο του. Λυπημένα κάλεσε τους νοσοκόμους και απομάκρυνε το πτώμα του.

Μετά από ένα χρονικό διάστημα για να μην θεωρηθεί και απρέπεια ο άντρας ζήτησε να μετακινηθεί στο κρεβάτι που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο. Εκείνη με πολύ προθυμία τον μετακίνησε και φρόντισε να είναι άνετος. Σιγά-σιγά στηρίχθηκε με πόνο στον αγκώνα του να σηκωθεί να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο. Επιτέλους θα μπορούσε να δει τον έξω κόσμο και όλες τις δραστηριότητες του.

Αυτό που είδε ήταν ένας κενός τοίχος!

Κάλεσε την νοσοκόμα και την ρώτησε: Πώς μπορούσε ο συγκάτοικος μου να βλέπει όλα αυτά που μου περίγραψε; Πώς μπορούσε να μου μιλάει για τόσο ομορφιά και με τόσες λεπτομέρειες, όταν αυτό που φαίνεται από αυτό εδώ το παράθυρο είναι ένας παλιός και βρώμικος τοίχος;

Και η νοσοκόμα του απάντησε: "Ω Θεέ μου... Δεν το ξέρατε πως ο πρώην συγκάτοικος σας ήταν τυφλός; Δεν μπορούσε να δει καν τον τοίχο, ίσως ήθελε να σας ενθαρρύνει."

Εάν ζείτε μια ζωή βασανίζοντας τον εαυτό σας για το τι έχουν οι άλλοι, πιθανότατα να χάσετε την χαρά του να γίνετε αποδέκτες αυτών που οι άλλοι θέλουν να σας δώσουν.
- Ο άρρωστος που ήθελε να δει τον ήλιο
Ένας λαγός έτρεχε αμέριμνος στο δάσος. Τον συναντάει ξαφνικά ένας λύκος. Καθώς ανοίγει το στόμα να τον φάει... "Άλτ", του φωνάζει ο λαγός. "Ξέρεις ποιός είμαι εγώ; Είμαι ο λαγός που γράφει διδακτορική διατριβή με θέμα "Η υπεροχή των λαγών έναντι των λύκων". "Τί λες; Πολύ ενδιαφέρον", του λέει ο λύκος. "Πάμε να μου δείξεις τη δουλειά σου". Ξεκινάνε λοιπόν και φτάνουνε σε μια κουφάλα ΄δεντρου. Μπαίνουν μέσα, αλλά μετά από λίγο βγαίνει από την κουφάλα μόνο ο λαγός και συνεχίζει τη βόλτα του...

Η ίδια ιστορία συνεχίζεται με πανομοιότυπο τρόπο αρκετές φορές...

Την νιοστή φορά ο λαγός βγαίνει να περιπατήσει στο δάσος, τον πραλαβαίνει ένας λύκος αλλά πριν τον φάει.. "Αλτ! Ξέρεις ποιός είμαι εγώ; Είμαι ο λαγός που κάνει διδακτορική διατριβή με θέμα "Η υπεροχή των λαγών έναντι των λύκων". "Σοβαρά; Πάμε να μού δείξεις".

Μπρος ο λαγός - πίσω ο λύκος, φτάνουν στη γνωστή κουφάλα. Μπαίνουν μέσα. Τί να δει ο λύκος.. Ένα δωμάτιο γεμάτο χαρτιά, σημειώσεις, δισκέτες, γραφήματα... "Τί ακαταστασία είναι αυτή" διαμαρτύρεται ο λύκος. "Δεν καταλαβαίνω τίποτα". "Ναι, απαντάει ο λαγός, "η αλήθεια είναι ότι στο διπλανό δωμάτιο είναι πιο σαφή τα αποτελέσματα της έρευνάς μου".

Μπαίνουν στο διπλανό δωμάτιο και βλέπουν ένα λιοντάρι με μία κοιλιά μέχρι εκεί πάνω, να ροχαλίζει....

Ηθικό Δίδαγμα: Για τη διδακτορική διατριβή, δεν παίζουν σημαντικό ρόλο ούτε το θέμα, ούτε το υλικό, παρά μόνο ο επιβλέπων καθηγητής.
- Ο λαγός και η διδακτορική διατριβή
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας καλός πατέρας με τις δύο κόρες του που υπεραγαπούσε εξίσου.
Μεγάλωσαν γρήγορα με τη σωστή καθοδηγησή του και όταν ήρθε η ώρα να παντρευτούν, η μια διάλεξε ένα γεωργό και η άλλη έναν αγγειοπλάστη.

Πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια και ο καλός πατέρας αποφάσισε να πάει να επισκεφτεί τις κόρες τους στα νοικοκυριά τους.

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει στο σπίτι της γυναίκας του Γεωργού.
-Πως είναι κόρη μου η ζωή σου; Είσαι ευτυχισμένη;
-Απ' όλα τα καλά έχω πατέρα και ο άντρας μου με αγαπά. Το μόνο που θα 'θελα είναι να ρίξει μια βροχή να ποτίσει τα χωράφια που έχουμε φυτέψει τους σπόρους και περιμένουμε να μεγαλώσουν τα σπαρτά. Αν μ'αγαπάς πατέρα, βροχή να εύχεσαι για μένα!

Ο πατέρας έφυγε χαρούμενος και στο μυαλό του είχε μονάχα μια ευχή: Να βρέξει για το καλό της κόρης του και του γαμπρού του.

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει στο σπίτι της γυναίκας του Αγγειοπλάστη.
-Πως είναι κόρη μου η ζωή σου; Είσαι ευτυχισμένη;
-Απ' όλα τα καλά έχω πατέρα και ο άντρας μου με αγαπά. Το μόνο που θα 'θελα είναι να έχει καλοκαιρία τις επόμενες μέρες γιατί έχουμε πλάσει ένα σωρό αγγεία και περιμένουμε να στεγνώσουν για να τα μοσχοπουλήσουμε. Αν μ'αγαπάς πατέρα, ήλιο να εύχεσαι για μένα!

Και τώρα;
Τι να ευχηθεί ο δύστυχος πατέρας...
---------
Δεν μπορείς ποτέ να τους ικανοποιήσεις όλους...Άσε που καμιά φορά δεν υπάρχει σωστό και λάθος.
- Ο γεωργός και οι κόρες του
Ένας γέρος Ινδιάνος μιλάει στον εγγονό του.
-Μέσα μου παλεύουν τα πνεύματα δυο λύκων.
Ο ένας είναι αιμοβόρος, άγριος,ύπουλος, εγωιστής κι εκδικητικός.
Ο άλλος είναι πράος, ήρεμος, γεμάτος καλοσύνη κι αγάπη.
Ο εγγονός τον κοίταζε απορημένος.
-Μην απορείς, του είπε ο γέρος και μέσα σου η ίδια πάλη γίνεται.Υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο.
Ο μικρός σκέφτηκε λίγο και μετά ρώτησε:
-Και στο τέλος ποιος απο τους δύο θα κερδίσει?
-Αυτός που θα ταίσεις.
- Η πάλη των λύκων
Τα βατραχάκια αποφάσισαν να κάνουν μεταξύ τους αγώνα για το ποιο θα καταφέρει να φτάσει την κορυφή του πιο ψηλού βουνού.
Όλα τα ζώα του δάσους μαζεύτηκαν να παρακολουθήσουν απο περιέργεια αφού ήταν σίγουρα πως κανένας βάτραχος δεν θα άντεχε να σκαρφαλώσει στο βουνό.
Ο αγώνας ξεκίνησε κι οι αμφιβολίες των θεατών γινόταν όλο και πιο έντονες.
-Μπα δεν θα τα καταφέρουν.
-Όπου να ναι θα αρχίσουν να κουράζονται.
Πράγματι μετά απο λίγο ένα ένα τα βατραχάκια άρχισαν να εγκαταλείπουν.
Ακόμη και τα λίγα που συνέχιζαν δέχοταν τον χλευασμό απο τα υπόλοιπα ζώα.
Οι δυνάμεις τους τα είχαν προδώσει και στο τέλος μόνο έμεινε να αγωνίζεται και ως εκ θαύματος έφτασε στην κορυφή.
Τα υπόλοιπα ζώα έκπληκτα έτρεξαν να το συγχαρούν και τότε μόνο κατάλαβαν πως ήταν κουφό.

-----
Καμμιά φορά πρέπει να κλείνουμε τα αυτιά μας...
- Αγώνας βατράχων
Σε μια εταιρεία έχει χαλάσει ένας Η/υ.Έχουν απευθυνθεί σε αρκετούς τεχνικούς που ο ένας μετά τον άλλον σηκώνουν τα χέρια ψηλά.Καλούν κι έναν ακόμη που ρίχνει μια βιαστική ματιά στον η/υ, ανάβει ένα τσιγάρο κι αφού το καπνίσει βγάζει ένα κατσαβίδι απο την τσάντα του στρίβει μια βίδα κι επιδιορθώνει τον Η/υ.
Έκπληκτος ο επιχειρηματίας τον ρωτά:
-Αυτό ήταν?
-Ναι.
-Το έφτιαξες?
-Ναι.
-Και πόσα θέλεις?
-1.000 ευρώ.
-Τι?Μα αυτό είναι εξωφρενικό.Οι προηγουμενοι που ασχολήθηκαν για μέρες με χρέωναν 100 ευρώ και συ που στριψες μια βίδα θέλεις 1.000?Απαιτώ να μου στείλεις αναλυτικό τιμολόγιο με τις υπηρεσίες σου.
Την επόμενη μέρα έλαβε το εξής.
Στρίψιμο βίδας:1,00 ευρώ
Γνώση ποια βίδα ήθελε στρίψιμο:999,00 ευρώ.
------
Ο καλός επαγγελματίας δεν αμείβεται μόνο για αυτά που κάνει αλλά κυρίως για αυτά που γνωρίζει
- Αναλυτικό Τιμολόγιο
Ένα κοράκι καθόταν σε ένα δέντρο, χωρίς να κάνει τίποτα όλη τη μέρα. Ένας λαγός τον ρωτάει: «Μπορώ να κάτσω κι εγώ σαν κι εσένα, και να μην κάνω τίποτα όλη τη μέρα;» Το κοράκι απαντά: «Φυσικά, γιατί όχι;» Έτσι λοιπόν κάθεται και ο λαγός στο χώμα κάτω από το δέντρο και χαλαρώνει. Μια αλεπού πηδάει και τρώει το λαγό.
-----
Για να μπορείς να κάθεσαι όλη μέρα, χωρίς να κάνεις τίποτα, πρέπει να κάθεσαι πολύ ψηλά.
- Ο λαγός και το κοράκι
Ένας φτωχός καμηλιέρης θέλοντας να βρει λύση στο πρόβλημα του ξεκίνησε να επισκεφθεί το πιο σοφό γέροντα της χώρας του. Χρειάστηκε να ταξιδέψει για μέρες και να διασχίσει την μισή έρημο για να φτάσει. Όταν βρήκε την κατοικία του σοφού απογοητεύτηκε, ήταν μόνο μια σκηνή με ένα στρώμα και πολλά βιβλία.
Απορημένος τον ρώτησε.
-Μα εδώ ζείς?Που είναι τα έπιπλα?Που είναι τα πράγματα σου?
-Τα δικά σου πράγματα που είναι?Απάντησε ο γέροντας.
-Μα εγώ είμαι επισκέπτης.
-Κι εγώ, επισκέπτης είμαι.


Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην ζωή είμαστε προσωρινοί και τίποτα δεν διαρκεί για πάντα...
- Επισκέπτες...
Όλη τη ζωή μου έζησα σε μια καρύδα.. Δεν είναι σπουδαίος τόπος να ζει κανείς;
Ήταν στενάχωρα και σκοτεινά ιδιαίτερα το πρωί που έπρεπε να ξυριστώ. Εκείνο όμως που μʼ ενοχλούσε πιο πολύ ήταν η έλλειψη επαφής με τον έξω κόσμο. Αν κανένας δεν έβρισκε την καρύδα και δεν αποφάσιζε να την σπάσει, ήμουνα καταδικασμένος να ζήσω όλη μου τη ζωή μέσα σε μια καρύδα. Ίσως και να πεθάνω εκεί.

Πέθανα μέσα σʼ αυτή την καρύδα. Κανά δυο χρόνια αργότερα κάποιοι βρήκαν την καρύδα και την έσπασαν και βρήκαν μέσα ζαρωμένο και ξεραμένο. «Τι κρίμα», είπαν, «αν τον βρίσκαμε πιο νωρίς, ίσως να μπορούσαμε να τον σώσουμε. Ίσως να υπήρχαν κι άλλοι κλεισμένοι έτσι σαν κι αυτόν».

Άρχισαν λοιπόν να τριγυρίζουν και να σπάνε όλες τις καρύδες. Ήταν ανώφελο όμως. Ήταν χωρίς νόημα. Ήταν χαμένος καιρός. Άνθρωποι που αποφασίζουν να ζήσουνε μέσα σε μια καρύδα, τέτοιοι τρελοί υπάρχουν μόνο ένας στο εκατομμύριο. Γιατί βλέπετε, δεν μπορούσα να τους πω πως έχω έναν αδερφό που ζει μέσα σʼένα βελανίδι…

Λέο Μπουσκάλια από το βιβλίο "Να ζεις, ν'αγαπάς και να μαθαίνεις
- Η καρύδα από Λεο Μπουσκάλια
Θυμάσαι τη μέρα που δανείστηκα το καινούργιο σου αυτοκίνητο και το τράκαρα;
Νόμισα πως θα με σκότωνες, μα δεν το έκανες.
Και θυμάσαι τη φορά που επέμενα να πάμε στη θάλασσα κι εσύ έλεγες οτι θα βρέξει, και έβρεξε;
Νόμιζα πως θα μου΄λεγες, "Στο' χα πει". Μα δεν το έκανες.
Θυμάσαι τη φορά που φλερτάρισα με όλους τους άνδρες για να σε κάνω να ζηλέψεις, και σύ ζήλεψες;
Νόμιζα πως θα με παρατούσες, μα δεν το έκανες.
Θυμάσαι τη φορά που λέρωσα την ταπετσαρία του αυτοκινήτου σου με κρέμα φράουλα;
Νόμιζα πως θα με χτυπούσες, μα δεν το έκανες.
Και θυμάσαι τη φορά που ξέχασα να σου πω πως ο χορός ήταν επίσημος κι ήρθες με το τζήν; Νόμιζα πως θά 'φευγες αλλά δεν το έκανες.
Ναι, υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που δεν τα έκανες.
Αλλά με δέχτηκες και μ' αγάπησες και με προστάτεψες.
Υπήρχαν χιλιάδες πράγματα που ήθελα να σου ανταποδώσω όταν θα γύριζες από το Βιετνάμ.


Αλλά δεν γύρισες..."


Από το βιβλίο του Λέο Μπουσκάλια "Να ζεις ν'αγαπάς και να μαθαίνεις
- Θυμάσαι; από Λεο Μπουσκάλια
Τότε ήταν που παρουσιάστηκε η αλεπού:
- Καλημέρα, είπε η αλεπού.
- Καλημέρα, απάντησε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας, που γύρισε προς το μέρος απ' όπου ακουγόταν η φωνή, μα δεν είδε τίποτε.
- Εδώ είμαι, είπε η φωνή, κάτω από τη μηλιά ...
- Ποια είσαι συ; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Είσαι πολύ όμορφη ...
- Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
- Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος ...
- Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού, δεν είμαι εξημερωμένη.
- Α! συγνώμη, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Μα, αφού σκέφτηκε λίγο, πρόσθεσε:
- Τι πάει να πει «εξημερωμένη»;
- Δεν θα είσαι από 'δω, είπε η αλεπού, τι ψάχνεις να βρεις;
- Ψάχνω να βρω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι σημαίνει εξημερωμένη;
- Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούν. Αυτό είναι πολύ ενοχλητικό. Ακόμη ανατρέφουν κότες. Είναι το μόνο που τους ενδιαφέρει. Μήπως ψάχνεις για κότες;
- Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας, ψάχνω για φίλους. Τι σημαίνει «εξημερώνω»;
- Είναι κάτι ξεχασμένο για τα καλά, τώρα πια, είπε η αλεπού. Αυτό σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς».
- Δημιουργώ δεσμούς;
- Ναι, βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα εσύ δεν είσαι ακόμη παρά ένα αγοράκι όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα μικρά αγόρια. Και δεν έχω την ανάγκη σου. Κι εσύ το ίδιο δεν έχεις την ανάγκη μου. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Μα, αν εσύ με εξημερώσεις, θα 'χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Θα 'σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα 'μαι για σένα μοναδική στον κόσμο...
- Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Υπάρχει ένα λουλούδι... νομίζω πως μ' έχει εξημερώσει...
- Καθόλου απίθανο, είπε η αλεπού. Πάνω στη Γη βλέπει κανείς κάθε λογής πράματα ...
- Ω! Αυτό δεν έγινε στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Η αλεπού φάνηκε να ενδιαφέρεται πολύ.
- Σ' ένα άλλο πλανήτη;
-Ναι.
- Υπάρχουν κυνηγοί σε κείνο εκεί τον πλανήτη;
- Όχι.
- Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον! Και κότες;
- Όχι.
- Τίποτε δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Όμως, η αλεπού ξαναγύρισε στην ιδέα της:
- Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους κι όλοι άνθρωποι μοιάζουν το ίδιο. Λοιπόν, κι εγώ κάπως βαριέμαι. Όμως, αν με εξημερώσεις, η ζωή μου θα μοιάζει σαν να την πλημμύρισε ο ήλιος. Θα γνωρίσω ένα θόρυβο από βήματα διαφορετικά απ' όλα τ' άλλα. Τα άλλα βήματα με κάνουν να καταχωνιάζομαι μέσα στη γη. Το δικό σου θα με φωνάζει να βγω έξω από την τρύπα μου, σαν να 'ναι μια μουσική. Κι ύστερα, κοίταξε! Βλέπεις εκεί κάτω τα σταροχώραφα; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Για μένα, το σιτάρι δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Κι αυτό είναι θλιβερό! Μα εσύ έχεις χρυσαφένια μαλλιά. Θα 'ναι υπέροχα όταν θα μ' έχεις εξημερώσει! Το στάρι που είναι χρυσαφένιο, εσένα θα μου θυμίζει. Και θ' αγαπώ το θόρυβο του ανέμου καθώς θα περνάει ανάμεσα από τα στάχυα του σταριού.
Η αλεπού σώπασε και βάλθηκε να κοιτάζει το μικρό πρίγκιπα για πολλή ώρα.
- Σε παρακαλώ, εξημέρωσέ με, είπε!
- Πολύ το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν έχω καιρό. Έχω ν' ανακαλύψω φίλους και να γνωρίσω πολλά πράγματα.
- Δεν ξέρουμε παρά εκείνα που μας δίνουν την δυνατότητα να δημιουργούμε δεσμούς, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να μάθουν κάτι. Αγοράζουν πράγματα ετοιματζίδικα, φτιαγμένα μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια από τους εμπόρους. Και καθώς δεν υπάρχουν ποτέ έμποροι που να γίνονται φίλοι, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσε με!
- Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Πρέπει να είσαι πολύ υπομονετικός, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα πρέπει να καθίσεις κάπως μακριά από μένα, όπως κάνω τώρα εγώ, πάνω στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου και συ δεν θα λες τίποτε. Η κουβέντα γίνεται αιτία να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Όμως, κάθε μέρα, θα μπορείς να 'ρχεσαι και να κάθεσαι κάπως πιο κοντά σε μένα ...
Την άλλη μέρα, ο μικρός πρίγκιπας ξαναγύρισε.
- Θα 'ταν καλύτερα να 'ρχεσαι την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν, για παράδειγμα, πρόκειται να έρθεις στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις κιόλας εγώ θ' αρχίσω να 'μαι ευτυχισμένη. Όσο θα προχωρεί η ώρα, τόσο περισσότερο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις κιόλας θ' αρχίσω να εκνευρίζομαι και ν' ανησυχώ. Θα 'χω ανακαλύψει το τίμημα της ευτυχίας! Μα όταν εσύ θα 'ρχεσαι μια οποιαδήποτε ώρα, δεν ξέρω ποια, ποτέ δεν θα ξέρω πότε να φορέσω στην ψυχή μου τα καλά της... Χρειάζονται ορισμένα τυπικά.

- Τι είναι ένα τυπικό; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας.
- Είναι κι αυτό κάτι ξεχασμένο από πολύν καιρό, είπε η αλεπού. Κάτι που κάνει κάποια μέρα να 'ναι διαφορετική από τις άλλες μέρες, μια ώρα διαφορετική από τις άλλες ώρες. Για παράδειγμα, υπάρχει μια τυπικότητα στους κυνηγούς. Την Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Τότε, η Πέμπτη είναι μια μέρα υπέροχη! Κατηφορίζω για περίπατο μέχρι τ' αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν κάθε φορά που θα τους ερχόταν το κέφι, οι μέρες θα 'μοιαζαν όλες ίδιες, με αποτέλεσμα να μην έχω εγώ ποτέ διακοπές.
Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίαζε να 'ρθει η ώρα του αποχωρισμού:
- Αχ! είπε η αλεπού ... Θ' αρχίσω τα κλάματα.
- Δικό σου είναι το λάθος, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
- Μα συ θα βάλλεις τα κλάματα, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Και βέβαια, είπε η αλεπού.
- Τότε, από αυτό, δεν κερδίζεις τίποτε! - Κάτι κερδίζω, είπε η αλεπού είναι το χρώμα του σταριού.
Ύστερα πρόσθεσε:
-Πήγαινε πάλι να δεις τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο.
- Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις κι εγώ θα σου κάνω δώρο ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας έφυγε για να πάει να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα:
- Δεν είναι ολότελα όμοια με το δικό μου, ακόμη δεν είσαστε, τους είπε. Κανείς δεν σας έχει εξημερώσει και σεις δεν έχετε εξημερώσει κανένα. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Κι εκείνη δεν ήταν παρά όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες. Όμως εγώ την έχω κάνει φίλη μου κι είναι τώρα μοναδική στον κόσμο.
Και τα τριαντάφυλλα έδειξαν να τα 'χουν πειράξει πολύ τα λόγια του μικρού πρίγκιπα.
- Είσαστε όμορφα, μα είσαστε άδεια, πρόσθεσε. Κανείς δεν θα μπορούσε να πεθάνει για σας. Σίγουρα, κάποιος τυχαίος περαστικός, βλέποντας το δικό μου λουλούδι θα νόμιζε πως σας μοιάζει. Μα, από μόνο του αυτό, είναι πιο σημαντικό από όλα εσάς, γιατί εγώ το ποτίζω, το προφυλάσσω κάτω από ένα γυάλινο δοχείο. Γιατί είναι αυτό που εγώ προφύλαξα με το παραβάν. Γιατί αυτό είναι που του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο ή τρεις που τις άφησα για να γίνουν πεταλούδες). Γιατί αυτό είναι εκείνο που το άκουσα να παραπονιέται ή να περηφανεύεται ή, μάλιστα, μερικές φορές να σωπαίνει. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό μου.
Και γύρισε προς την αλεπού.
- Γεια σου, είπε ...
- Γεια σου, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: δεν βλέπει κανείς πολύ καλά παρά μονάχα με την καρδιά. Ότι είναι σημαντικό, δεν το βλέπουν τα μάτια.
- Ότι είναι σημαντικό δεν το βλέπουν τα μάτια, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
- Είναι ο χρόνος που έχεις χάσει για το τριαντάφυλλό σου και που το κάνει τόσο σημαντικό.
- Είναι ο χρόνος που έχω χάσει για το τριαντάφυλλό μου ... έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
- Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού. Όμως εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Να γίνεις υπεύθυνος για πάντα εκείνου που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου ...
- Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου... επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να μην το ξεχάσει.
- Ο Μικρός Πρίγκιπας (Απόσπασμα)
Ένας οχι και τόσο καλλίφωνος τραγουδιστής ήταν υπό την επίβλεψη ενός αυστηρού δάσκαλου που επέμεινε ότι έπρεπε να μελετάει κάθε μέρα για μήνες το ίδιο μέρος του τραγουδιού, χωρίς να του επιτρέπει να προχωρήσει περαιτέρω. Τέλος, συντριμμένος από την απογοήτευση και την απελπισία, ο νεαρός άνδρας έψαξε για να βρει ένα άλλο επάγγελμα. Μια νύχτα, σταμάτησε σε ένα πανδοχείο, όπου γινόταν έναν διαγωνισμό απαγγελίας. Μην έχοντας τίποτα να χάσει, πήρε μέρος στον διαγωνισμό και, φυσικά, τραγούδησε το ένα και μόνο κομμάτι που ήξερε τόσο καλά. Όταν τελείωσε, ο χορηγός του διαγωνισμού εγκωμίασε ιδιαίτερα την απόδοσή του. Παρά τις αμήχανες αντιρρήσεις του σπουδαστή, ο χορηγός αρνήθηκε να πιστέψει ότι είχε ακούσει την εκτέλεση ενός αρχάριου. «Πείτε μου,» είπε ο χορηγός, «ποιος είναι ο εκπαιδευτής σας; Πρέπει να είναι μεγάλος δάσκαλος.»
Ο σπουδαστής έγινε αργότερα γνωστός ως μεγάλος εκτελεστής Koshiji...
- Η εξάσκηση οδηγεί στην τελειότητα
Μ αρέσει η σκέψη πως την ημέρα που γεννιέται κανείς, του χαρίζουν τον κόσμο σαν δώρο γενεθλίων. Ένα υπέροχο κουτί με εξαίσιες κορδέλες! Μερικοί δεν κάνουν τον κόπο ούτε τις κορδέλες να λύσουν, όχι ν' ανοίξουν το κουτί.

Κι όσοι το ανοίγουν περιμένουν να βρουν μέσα μόνο το Θαύμα, την Ομορφιά, την Έκσταση. Ξαφνιάζονται που υπάρχει στη Ζωή και ο Πόνος και η Απελπισία, η Μοναξιά και η Σύγχυση. Κι όμως είναι όλα μέρος της Ζωής. Δεν ξέρω για σας όμως εγώ δεν θέλω να χάσω τη ζωή. Θέλω να μάθω το κάθε πραγματάκι που έχει μέσα το κουτί.

Αυτό το μικρό κουτί λέγεται Πόνος. Τι να κάνουμε, δικό μου είναι κι αυτό, θ ανοίξω λοιπόν τον Πόνο και θα γνωρίσω τον Πόνο.

Κι αυτό το μικρό πακετάκι λέγεται Μοναξιά. Ξέρετε τι συμβαίνει όταν ανοίγω το πακετάκι που λέγεται Μοναξιά; Γνωρίζω τη Μοναξιά. Κι όταν μου λες ''Νοιώθω μοναξιά'', μπορώ να καταλάβω λιγάκι τη Μοναξιά σου και μπορούμε να καθίσουμε μαζί και να κρατήσουμε ένας το μοναχικό χέρι του αλλού.

Θέλω να τα γνωρίσω όλα τα πράγματα μέσα στο κουτί. Γιατί ξέρω ότι έτσι θα γνωρίσω και την Έκσταση. Βρίσκεται εκεί και θα τη βρω.

Ξέρω ότι μπόρεσα να μετατρέψω τον Πόνο σε Χαρά. Κι εσύ μπορείς να το κανείς αυτό.

Μπόρεσα να πάρω την Αγωνια και να την κάνω Αλήθεια. Κι εσύ μπορείς να το κανείς αυτό.

Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορώ να το κάνω εγώ και να μη μπορείς να το κανείς εσύ. Δεν είμαι υπεράνθρωπος. Ότι μπορώ εγώ το μπορείς κι εσύ. Και πολλά πράγματα μπορείς να τα κανείς καλύτερα.

Αν δεν τα έχεις, δεν είναι γιατί δεν τα έχεις. Είναι γιατί δεν προσπαθείς γι αυτά. Βρίσκονται εδώ και είναι δικά σου.

Έχουμε τη μαγική ικανότητα να μετατρέψουμε την Απελπισία σε Ελπίδα. Μπορούμε να σκουπίσουμε τα Δάκρυα και να τα αντικαταστήσουμε με Χαμόγελα.
- Τα δώρα της ζωής από Λεο Μπουσκάλια
Μια νεαρή κυρία περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αερολιμένα. Επειδή έπρεπε να περιμένει πολλές ώρες, αποφάσισε να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα. Αγόρασε επίσης κι ένα πακέτο μπισκότα. Κάθισε σε μια πολυθρόνα, στην αίθουσα VIP του αερολιμένα, για να διαβάσει με ησυχία. Δίπλα από την πολυθρόνα βάζει τα μπισκότα της, ενώ ένας άνδρας που κάθισε στο διπλανό κάθισμα, άνοιξε το περιοδικό του και άρχισε να διαβάζει.
Όταν πήρε το πρώτο μπισκότο, ο άνδρας πήρε κι αυτός άλλο ένα.
Αισθάνθηκε ενοχλημένη αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε:
“Τι νεύρα έχω! Εάν ήμουν σε κατάλληλη διάθεση θα τον χτυπούσα που τόλμησε!”
Για κάθε μπισκότο που έπαιρνε, ο άνδρας έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα.
Αυτό την εξαγρίωνε αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή. Όταν έμεινε μόνο ένα μπισκότο, σκέφτηκε: «Ααα… Τι θα κάνει αυτός ο καταχραστής τώρα;”
Τότε, ο άνδρας, παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, δίνοντας της το ένα μισό. Ααα! Αυτό ήταν πάρα πολύ
Ήταν πολύ πάρα πολύ θυμωμένη τώρα!
Σε μια στιγμή, πήρε το βιβλίο της, τα πράγματά της και όρμησε στην αίθουσα επιβίβασης. Όταν κάθισε στο κάθισμά της, μέσα στο αεροπλάνο, έψαξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της, και, προς μεγάλη της έκπληξη, το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό! Αισθάνθηκε τόσο ντροπιασμένη!! Συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος…
Είχε ξεχάσει ότι τα μπισκότα της δεν τα είχε βγάλει από την τσάντα της.
Ο άνδρας είχε μοιραστεί τα μπισκότα του μʼ αυτήν, χωρίς κανένα συναίσθημα θυμού ή πίκρας. … ενώ αυτή ήταν πολύ θυμωμένη, σκεπτόμενη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μʼ αυτόν.
Και τώρα δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να εξηγήσει… ούτε να ζητήσει συγγνώμη.”

Υπάρχουν 4 πράγματα που δεν μπορείτε να ανακτήσετε.

Η πέτρα… … αφού ριχθεί!
Η λέξη… … αφού ειπωθεί!
Η ευκαιρία… … αφού χαθεί!
Ο χρόνος… … αφού περάσει!
- Τα μπισκότα
Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δύο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο.
Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ.
Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο. Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι παραλίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε.
Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ.
Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε : όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο, και τώρα έγραψες πάνω στην πέτρα. Γιατί;
Ο άλλος φίλος απάντησε : «όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο, όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει».


Μαθε να γραφεις τα τραυματα σου στην αμμο..
και να χαραζεις τις χαρες σου στην πετρα...
- Η ιστορία δυο φίλων που περπατούσαν στην έρημο
Ήταν ένα μικρό κύμα, πολύ λυπημένο και που μονολογούσε: «πόσο δυστυχισμένο είμαι… τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο… γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή;»
Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει: «Τα λες αυτά διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από τα δύο»
Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά: «Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είναι κύμα! Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;»
Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται: «Αυτό που καλείς ʽκύμαʼ δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου»
- Η Συζήτηση των Κυμάτων
Μια φορά κι ένα καιρό, ένας νεαρός είχε σταθεί στη μέση της πόλης και φώναζε ότι είχε την ομορφότερη καρδιά σʼ όλη την περιοχή. Μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε, κι όλοι θαύμαζαν την καρδιά του, που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Κι όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιό όμορφη καρδιά που είχαν δεί ποτέ τους.
Ο νεαρός μας ήταν πολύ περήφανος και κορδωνόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά. Ξάφνου ένας γέρος στάθηκε μπροστά στον κόσμο κι είπε, “Ομως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς.”
Ο κόσμος, αλλά και το παλικάρι, κοίταξαν την καρδιά του γέροντα. Χτυπούσε δυνατά, όμως ήταν γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελλωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθιά χάσματα, απʼόπου έλειπαν και ολόκληρα κομμάτια.

Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλο - πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του είναι ωραιότερη, σκέφτονταν ;
Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε.
-”Πλάκα μας κάνεις ;” είπε. “Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δικιά σου και στη δικιά μου καρδιά. Η δικιά μου είναι τέλεια, ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα.”

-”Μάλιστα” είπε ο γέροντας, “η δική σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θʼ άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε, κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου - κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω, και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε.”

“Μερικές άλλες φορές έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου, και ο άλλος δεν μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς. Αυτά είναι τα άδεια χάσματα - ξέρεις, το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει και κάποιο ρίσκο. Παρʼ όλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω και γιαυτούς τους ανθρώπους, κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κοντά μου και θα γεμίσουν τους χώρους που τους έχω άδειους να περιμένουν. Βλέπεις λοιπόν τι θα πεί πραγματική ομορφιά ;”

Ο νεαρός στάθηκε σιωπηλός, με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Προχώρησε προς τον γέροντα, άπλωσε το χέρι του μέσα στην τέλεια, νεανική και όμορφη καρδιά του, και ξέσκισε ένα κομμάτι της. Το πρόσφερε στο γέροντα με χέρια που έτρεμαν. Ο γέρος τότε πήρε αυτή την προσφορά, την έβαλε στην καρδιά του, και μετά πήρε λίγη από την κατακομματιασμένη του καρδιά και την έβαλε πάνω στην πληγή της καρδιάς του νέου. Ταίριαζε βέβαια, αλλά όχι και απόλυτα, κι έτσι έμειναν κάποιες άγριες άκρες.

Και το παλικάρι κοίταξε την καρδιά του, που δεν ήταν πιά τέλεια, ήταν όμως ομορφότερη από οποιαδήποτε άλλη αφού η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα και στη δική του καρδιά.
- Η πιο όμορφη καρδιά
Υπήρχε κάποτε ένας μαχητής ο οποίος μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε αρκεί να έκανε την πρώτη κίνηση ο αντίπαλός του. Έτσι, προσέβαλλε συνέχεια τους γύρω του μέχρι που εκείνοι έχαναν την υπομονή τους και επιτίθονταν, με αποτέλεσμα να νικούσε πάντα. Καυχιόταν, λοιπόν, πως δεν υπήρχε άλλος πολεμιστής που να μπορεί να τον κερδίσει. Έχοντας ακούσει για τη φήμη ενός μεγάλου και ηλικιωμένου Δασκάλου, τον προκάλεσε σε μονομαχία.
Επί δύο ώρες τον προσέβαλλε με τον πιο αισχρό τρόπο, κι ο Δάσκαλος καθόταν και τον κοιτούσε, όρθιος και ήρεμος.
"Μα πώς είναι δυνατόν να ανέχεσαι όλες αυτές τις προσβολές? Τόσο αναίσθητος είσαι?" ρώτησε στο τέλος ο νεαρός πολεμιστής εκνευρισμένος.
Ο Δάσκαλος χαμογέλασε και είπε: "Αν ένα δώρο δεν το δεχτείς, σε ποιον ανήκει?".
- Ο μαχητής που καυχιόταν
Μια φορά, στο κοινό του Δάσκαλου Bankei βρισκόταν και ένας ιερέας που δεν το συμπαθούσε. Πριν ακόμα ο Δάσκαλος ξεκινήσει τη διάλεξη, ο ιερέας φώναξε:
"Δάσκαλε! Για περίμενε λίγο. Όποιος σε σέβεται θα υπακούσει αυτά που λες, χωρίς να τα αμφισβητήσει. Εγώ, όμως, δε σε σέβομαι καθόλου. Πώς θα με κάνεις να σε υπακούσω?"
"Έλα επάνω, στο βάθρο," απάντησε ο Bankei, "και θα σου πω."
Περπατώντας με ψηλά το κεφάλι, ο ιερέας πέρασε ανάμεσα στο κοινό και στάθηκε δίπλα στο Δάσκαλο.
Ο Bankei του χαμογέλασε και του έδειξε ένα κάθισμα. "Κάτσε."
Ο ιερέας κάθισε.
"Ή μάλλον," είπε ο Bankei, δείχνοντας ένα άλλο κάθισμα, "κάτσε εκεί, ώστε να σε βλέπει καλύτερα το κοινό."
Ο ιερέας σηκώθηκε και κάθισε στο άλλο κάθισμα.
Τότε ο Δάσκαλος είπε: "Ωραία. Τώρα πήγαινε πάλι κάτω με το κοινό και άκου αυτά που θα πω.
- Ο Δάσκαλος Bankei
Back
Top