Φοβάμαι
Ρόδες/Αρβανιτάκη
Είναι η νύχτα φυτευτή
κι έχει ροή φωτεινή
Είναι μουντό το πρωί
κι είναι μια μέρα σκοτεινή
Είναι μια ανάσα η χρονιά
κι είν' η εποχή μια πνοή
κι είναι μεγάλη και αιώνια σαν μια ρουφηξιά η ζωή
Είναι η γη στρογγυλή
κι όμως ο κόσμος αυτός είναι επίπεδος
κι ο νους από το φως
είναι ταχύτερος, πρώτος και καλύτερος
Κάθε γιος Χριστός
Κάθε πόρνη Παναγιά
Κάθε κόρη Αφροδίτη
και κάθε μάνα με 'γεια
Κι είμαι χάι και μακάρι
και κάθε εχθρός παλικάρι
κάθε πόλεμος, αγώνας
και κάθε ποίημα, προσευχητάρι
Κι είναι οι μπόμπες πεφταστέρια
σε αυγουστιάτικη βραδιά
κι είναι προσχήματα τα πουλιά
κρεμασμένα στην καρδιά
Φοβάμαι
πως δε θ' αντέξω την ομορφιά
Κοιμάμαι
μα έχω τα μάτια μου ανοιχτά
Θυμάμαι
τι μου 'χες πει μια νυχτιά
Πριν ονειρευτώ, να σιγουρευτώ πως θα 'χω τα βλέφαρα μου κλειστά
Δεν είναι ο κόσμος σου αυτός
είναι διαφορετικός
σου 'χα πει μια νυχτιά, θυμάμαι
Πως ότι φαίνεται είναι αλλιώς
κι ότι φτιάχνεις, ουρανός
με βροχή, με φωτιά
φοβάμαι
Έχει ένα κρύο πηχτό
κι έχει έναν καύσωνα σκληρό
έχει έναν κόκκινο ουρανό
κι έναν ήλιο μακρινό
Μα εγώ χαμπάρι
για τη μεγάλη στιγμή
που θα γίνουν οι πιο μπερδεμένες λέξεις
αριθμοί
Καθαροί οι ρυθμοί
της φασαρίας μουσική
θα 'σαι εκεί μου 'χες πει
που βγάζουν όλοι οι προορισμοί
Για να δεις δημιουργό
την ανθρωπότητα
σαν καλλιτέχνη
την καθημερινότητα
Συγκίνηση, φόβος κι αυτοεκτίμηση
βλέποντας νέους ζωγράφους να ξεπηδούν απ' τη διαφήμιση
κι από τους βρώμικους κόλπους της δημοσιογραφίας
ένα νέο κύμα λογοτεχνίας
Απ' τις κατώτερες τάξεις
φιλοσόφων παρατάξεις
απ' τις προνομιούχες
κοινωνικές αναταράξεις
Ένας δεύτερος ήλιος
Θα ρίχνει δεύτερες σκιές
καθώς θα σκάνε
εκατό χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές
Ήταν τα λόγια σου γλυκά
και τα φιλιά σου πικρά
τα ταξίδια μεγάλα
τα φτερά σου μικρά
Είχες φουρτούνα στα μάτια
και μια πλημμύρα στην κόγχη
ένα σου χάδι δυο ζωές
ένα σου ναι δυο όχι
Βρήκα μια θάλασσα κρυφή
ήπια μια θάλασσα στυφή
μου 'κανε δώρο ένα ξερόβραχο ζωή
και εγώ σ' αυτή μια τελευταία αναπνοή
Κι ένα βυθό για κρεβάτι
κι άνοιξα υδάτινο δρόμο
στο μονοπάτι του εφιάλτη
κι μ' έβγαλε έξω από το μπουκάλι
Με μια ζάλη παστρικιά
κι ένα βρώμικο μυαλό πάλι
στο ίδιο παιχνίδι ξανά
έγινε η σέντρα κι είχαμε όλοι μας τα χέρια ανοιχτά
Πέσαν τα φώτα ξανά
κι έμεινα μόνος
σαν τσιμέντο
με τα καθίσματα αδειανά
Κι έγινε το βλέμμα μου παράθυρο
πήγα να το σκάσω από το παρόν
μα ήταν όνειρο μόνο
Κεκλεισμένων των θυρών. Ελευθερία
Δεν είναι ο κόσμος σου αυτός
είναι διαφορετικός
σου 'χα πει μια νυχτιά θυμάμαι
(η φώτο είναι από τους βομβαρδισμούς της Βαγδάτης...)