Μετρητές των ονείρων, μένουμε...
λεπτό το λεπτό.
Γυρεύουμε μια απέραντη τρυφερότητα,
αλλά είναι μια αναλαμπή οξυγόνου.
Και ξέρουμε τι γίνεται με τις αναλαμπές,
ίδια μοίρα με τα λαμπιόνια του χριστουγεννιάτικου δέντρου,
κάποτε βγαίνει από τη μπρίζα, κάποτε καίγονται.
Η ζωη σαπίζει, συρρικνώνεται.
Και τίποτε δε μπορεί να επικαλεστεί ούτε κι ο πλέον χαχανούλης αισιόδοξος του κόσμου.
Μια τρομερή πορφυρή σκιά θα πλησιάζει καθώς το κίτρινο πύον της ζωής θα ρέει από αηδία.
Δε μπορεί παρά να θαυμάζεις μια γιαγιούλα ακουμπισμένη στο τοίχο έξω από σούπερ μάρκετ,
να ζητάει μερικά ψιλά με βουρκωμένα μάτια.
Εκεί τι κάνεις?
Της πιάνεις κουβέντα για να αισθάνεται τον τοίχο σα χωριουδάκι της?
Της χαιδεϋεις το ρυτιδωμένο της προσωπάκι?
Της αγγίζεις τα δάκρυα ή όχι?
Και πάει και έρχεται το εχέμυθο υγρό και η ορμή του αίματος
και έρχεται και πάει η απόκρυφη φλέβα
και φέρνει οικεία ακούσματα, νεύματα μυστήρια
που εξόρκισε το ένστικτο,
και αυτάκαταπίνουν με γενναίες γουλιές, κάθε φορά πιο άπληστες,
τη ζωή, τη γεμάτη πύον..
Και με θλίψη αισθάνεσαι πως είναι ζεστούλια τα χεράκια της,
πως είναι νέα ακόμη,
πως νιώθεις το χτυποκάρδι της στη γέρικη παλάμη της,
τελικά εσύ και η γιαγιούλα,
είστε το ίδιο πρόσωπο...
Ποιανού δικαιοδοσία είναι
τα θεσπέσια μάτια να τα κάνει πικραμένα?
Φεύγω με μια τσάντα ψώνια που
εσωκλείει σε άρωμα χωρίς θλίψη τους χυμούς
τους πιο μυστικούς της ζωής.
(παρένθεση: τι νωχελικά ευτυχές να μπαίνεις στο σούπερ μάρκετ,
χωρίς δουλειά και να έρxεται η ώρα να πάρεις το καλαθάκι το πορτοκαλί
να το γεμίσεις.
Σε κάτι τέτοια εύχομαι να ζούσα μόνο για να ατενίζω το βάθος της τσέπης μου!)
Χαιρετώ διαδικτυακά τη γιαγιούλα,
θα της αγόραζα λίγο φεγγάρι απʼ το ψυγείο με τα γάλατα, φοβάμαι
πως ίσως θα ʼχει λήξει.
Η τραγωδία των ανθρώπων είναι μίμηση - κι όχι σπουδαία, σε ένα διστακτικό πρωινό ελεημοσύνης...