κλείνω την πόρτα της κουζίνας
για να μασαμπουκιάσω το καρπούζι μόνος μου
(

)
κι η κοντέσσα γκαρίζει με τα πιο πνιχτά νιαου
που υπάρχουν που δε το μοιραζόμαστε
(καλά τι διάολο, διαπερνά η μυρωδιά την κλειδαρότρυπα?

)
ανοίγω αναγκαστικά την πόρτα,
το νιαουρίδιο εισβάλλει μέσα και..
πέφτει με τα μούτρα στο πιάτο,
την εμποδίζω και την ακινητοποιώ μαλακά λέγοντας:
μα καλά, γιατί κάνεις σαν λυσσάρα και πειναλέουσα?
έχεις παράπονο από την τροφή που σου δίνω?
για μια στιγμή κοντοστέκεται:
οι κινήσεις της τώρα πιο απαλές,
περνούν 2 δευτερόλεπτα,
βάζω μια καρδιά χωρίς κουκούτσια στο στόμα μου,
χυμάει στο ζουμάκι,
(χωρίς νιαου)
τα μουστάκια της ροζ.
ΚΟΙΛΙΟΔΟΥΛΗ.

