Είχα ένα ταψάκι πάνω σε ένα μάτι της κουζίνας, για να ακουμπάω την κουτάλα, να μη λερώνει τα πάντα. Άναψα ένα μάτι για να βάλω επάνω την κατσαρόλα κι έπιασα το ταψάκι με το δεξί μου χέρι για να το πάω στο νεροχύτη να το πλύνω μια που είχα τελειώσει και δε μου χρειαζόταν πια. Είχα ανάψει όμως λάθος μάτι και το ταψάκι έκαιγε πολύ. Το συνειδητοποίησα αφού το κρατούσα, τρόμαξα και ψαχνόμουν που να το αφήσω. Μπροστά μου ήταν ο πάγκος, αλλά θα καιγόταν. Μέχρι να το αποφασίσω είχα κατακαεί.