Στρίβει κάπως άτσαλα ο παπάΦώτης με το Υugo του και πέφτει πάνω σε μια Ferrari που ερχόταν από την άλλη μεριά και γίνεται μια τρομακτική σύγκρουση από την οποία καταστρέφoνται ολοσχερώς και τα δύο αυτοκίνητα.
Οι οδηγοί τους όμως δεν έχουν ούτε μια γρατζουνιά. Βγαίνει από τις λαμαρίνες ο οδηγός της Ferrari και κατεβάζει όλα τα καντήλια στον παπάΦώτη.
Ατάραχος ο παπάΦώτης απεγκλωβίζεται κι αυτός από το Yugo του και πράος του λέει:
-Τέκνον μου ηρέμησε. Είναι αμαρτία να βρίζεις αυτή την στιγμή που έχει επιτελεστεί ένα πραγματικό θαύμα! Τα αυτοκίνητά μας καταστράφηκαν τελείως όμως εμείς δεν πάθαμε απολύτως τίποτα! Αυτό δεν είναι θαύμα;
Ο τύπος συνειδητοποιεί πράγματι πως είναι σώος και αβλαβής και ότι επιπλέον μιλάει με έναν παπά και δαγκώνεται:
-Εεε... παπά μου,ναι... ίσως έχεις κάποιο δίκιο, συγγνώμη...
-Κι όχι μόνο αυτό τέκνον μου, συνεχίζει ακάθεκτος ο παπάς, αλλά μας δίνεται ευκαιρία να δοξάσουμε τον Κύριο πίνοντας από αυτό το κρασί που προόριζα για την Θεία Κοινωνία...
Και του δείχνει ένα μπουκάλι μαυροδάφνη που ήταν άθικτο από τη σύγκρουση στη θέση του συνοδηγού.Το ανοίγει ο παπάς και του το προσφέρει. Ο τύπος με ύφος αποκάλυψης το παίρνει και κατεβάζει το μισό μπουκάλι για να στανιάρει
-Πάτερ μου δεν ξέρω τι να πω... είναι πράγματι ένα θαύμα. Πιες κι εσύ για να δοξάσεις τον Κύριο...
-Α,όχι τέκνον μου, εγώ θα περιμένω την αστυνομία για το αλκοτέστ...
Πάει
ένας Ιταλός, ένας Τούρκος, ένας Έλληνας, ο Τοτός, ένας Πόντιος, 2
μεθυσμένοι, η Μικρή Αννούλα, ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας σε ενα bar.Τους
κοιτάει ο barman καλά καλά και τους λέει:
Spoiler
Ήταν λοιπόν η Κοκκινοσκουφίτσα και ήθελε να πάει στη γιαγιά της. Πήρε λοιπόν το ποδηλατάκι της και "τσούκου τσούκου" πήγαινε. Στο δρόμο τη βλέπει ο λύκος, την κυνηγάει, την πιάνει, παίρνει το ποδηλατάκι και το σπάει. Ευτυχώς περνούσε από εκεί η αρκούδα και πάει η Κοκκινοσκουφίτσα και της λέει τι έκανε ο λύκος στο ποδηλατάκι της. Πιάνει η αρκούδα το λύκο και τον βάζει να φτιάξει το ποδήλατο. Ηλεκτροκόλληση ο λύκος και κολλάει το ποδήλατο. Το παίρνει η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά επειδή είχε περάσει η ώρα, θα πήγαινε στη γιαγιά της αύριο. Την άλλη μέρα το πρωί η Κοκκινοσκουφίτσα παίρνει πάλι το ποδηλατάκι της και "τσούκου τσούκου" πήγαινε. Στο δρόμο την βλέπει ο λύκος, την κυνηγάει, την πιάνει, παίρνει το ποδηλατάκι και το σπάει. Ευτυχώς περνούσε πάλι από εκεί η αρκούδα και ξαναπάει η Κοκκινοσκουφίτσα και της λέει τι έκανε ο λύκος στο ποδηλατάκι της. Πάλι πιάνει η αρκούδα το λύκο και τον βάζει να ξαναφτιάξει το ποδήλατο.
Ηλεκτροκόλληση ο λύκος και κολλάει το ποδήλατο. Το παίρνει η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά επειδή πάλι είχε περάσει η ώρα, θα πήγαινε στη γιαγιά την επομένη. Την άλλη μέρα το πρωί η Κοκκινοσκουφίτσα παίρνει πάλι το ποδηλατάκι της και "τσούκου τσούκου" πήγαινε. Στο δρόμο τη βλέπει ο λύκος, την κυνηγάει, τη πιάνει, παίρνει το ποδηλατάκι και το σπάει. Ευτυχώς περνούσε πάλι από εκεί η αρκούδα και ξαναπάει η Κοκκινοσκουφίτσα και της λέει τι έκανε ο λύκος στο ποδηλατάκι της. Ξανά πιάνει η αρκούδα το λύκο και τον βάζει να ξαναφτιάξει το ποδήλατο. Ηλεκτροκόλληση ο λύκος και κολλάει το ποδήλατο. Το παίρνει η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά επειδή πάλι είχε περάσει η ώρα, θα πήγαινε στη γιαγιά της την άλλη μέρα. Το βράδυ ο λύκος όμως σκέφτηκε: "Δεν είναι δουλειά αυτή, πρέπει να πάω στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας και να τη πιάσω εκεί για να μη με πιάσει πάλι η αρκούδα". Ξεκινάει λοιπόν ο λύκος και πάει πρωί-πρωί στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας, τρώει την γιαγιά, μασκαρεύεται με τα ρούχα της και περιμένει την Κοκκινοσκουφίτσα να έρθει:
Χτυπάει το κουδούνι, μπαίνει η Κοκκινοσκουφίτσα:
- Ω, τι μεγάλη μύτη που έχεις γιαγιά!
- Για να σε μυρίζω καλύτερα, παιδάκι μου.
- Ω, τι μεγάλα αυτιά που έχεις γιαγιά!
- Για να σε ακούω καλύτερα, παιδάκι μου.
- Ω, τι μεγάλο στόμα που έχεις γιαγιά!
- Για να σου μιλάω καλύτερα, παιδάκι μου.
- Ω, τι κόκκινα μάτια που έχεις γιαγιά!
- Από την ηλεκτροκόλληση είναι!